Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ V

 

Παρατηρώ το πλήθος γύρω μου. Μοιάζουμε όλοι δραπέτες, μια παράξενη φυλή με μόνο κοινό την απόδραση. Κουρασμένες φάτσες σέρνουν στις ρυτίδες και τον ιδρώτα τους άλλη μια χρονιά μιζέριας.

Θα ξοδέψουμε χρήματα που δεν περισσεύουν για να νοικιάσουμε κατάλυμα που δεν το αξίζει, για να ξορκίσουμε, μέσα σε μερικές νύχτες, τη ματαίωση και τη μετριότητα ενός ακόμη έτους.

Βολεύονται στο πλοίο κι εγώ αγναντεύω τα νερά. Γιατί διάλεξα να πάω στη Σκιάθο; Σίγουρα όχι για τον Παπαδιαμάντη. Χάζευα φωτογραφίες και, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, κάποιες από την παραλία της τράβηξαν τα σωστά νήματα στα ένστικτά μου. Γιατί συγκεκριμένα αυτό το μέρος; Γιατί αυτή η παραλία;

Η Λαλάρια είναι γνωστή για τον βράχο της, ένα άνοιγμα σαν πύλη. Η εικόνα με σαγήνευσε. Μια μεθυστική υπόσχεση ρίζωσε στους νευρώνες μου. Πως πρέπει να πάω εκεί, να βουτήξω και, όταν θα περάσω μέσα από την πέτρινη πύλη, κάτι θ’ αλλάξει.

Τι; Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα τι με περιμένει στην άλλη πλευρά. Πιθανότατα τίποτα. Όμως η ιδέα άνθισε σαν εμμονή. Το νησί έχει κι άλλα θέλγητρα, αλλά η Λαλάρια βρίσκεται στην κορυφή της λίστας. Να πάω την πρώτη μέρα ή την τελευταία; Αυτοσχεδιάζω.

Η πόλη είναι όμορφη. Διατηρεί μια αρχοντική γοητεία, παρά τα botox της τουριστικοποίησης. Πρώτο μπάνιο στις Κουκουναριές. Βυθίζω τα δάχτυλα των ποδιών στη λευκή άμμο, το κύμα χαϊδεύει το δέρμα. Κλείνω τα μάτια, βαθιά εισπνοή. Για μερικά δευτερόλεπτα είμαι κάποιος άλλος. Μπαίνω στο νερό, βουτάω, επιπλέω. Γίνεται το μυαλό μου να μείνει σε αυτές τις στιγμές για κάποιους μήνες; Να στραγγίξει από αριθμούς, υποχρεώσεις, πρέπει, θα και μη;

Επιστρέφω στο δωμάτιο γλυκά κουρασμένος. Λίγο αλκοόλ και το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Αποκοιμήθηκα σαν χορτάτος γάτος. Η νυχτερινή διασκέδαση δεν με απασχολεί. Απλώς απολαμβάνω τις πινελιές στον καμβά: τα φώτα, την ηχώ της μουσικής, το άρωμα των σωμάτων που διασχίζουν τα σοκάκια.

Κατεβαίνω στη θάλασσα. Τ’ αστέρια, κομμάτια σπασμένου καθρέφτη, ταξιδεύουν στην υδάτινη επιδερμίδα. Η ημισέληνος, μια μαργαριταρένια παρένθεση, θα κρατήσει μακριά κάθε περιττή έγνοια, έστω για κάποιες νύχτες.

Γιατί αυτή η αίσθηση έχει πάντα ημερομηνία λήξης; Ναι, ξέρω. Η πόλη δεν είναι το ίδιο. Συν τα δεκάδες πλοκάμια της ρουτίνας. Μέσα στη χοάνη του χρόνου τραβάς κουπί. Οι αυταπάτες μας πιπιλίζουν το μυαλό. Χτίζουμε εικόνες τελειότητας· η μία πιο ψεύτικη από την άλλη, κι όμως συνεχίζουμε να τις βαφτίζουμε καθρέφτες.

Εικονομάχοι και εικονοκλάστες στους ψηφιακούς ναούς του ναρκισσισμού· σφαζόμαστε με πανοπλίες τις οθόνες και ξίφη τα πληκτρολόγια. Φεύγουμε λίγες μέρες διακοπές, ώστε να επιστρέφουμε με όρεξη στη μάχη.

Αρκετά με την αμπελοψυχολογία. Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Αν κερδίσω ποτέ το Τζόκερ (σε ηλικία που θα είμαι ακόμη λειτουργικός), θ’ αγοράσω ένα σπίτι εδώ. Θα γράφω βιβλία που δεν θα διαβάσει κανείς, σενάρια που δεν θα γυριστούν ποτέ και θα τραβήξω χιλιάδες φωτογραφίες.

Τι με σταματάει να κάνω όλα αυτά, εκτός από την αγορά οικίας; Ένα ανέλπιστο χρηματικό ποσό εξαγοράζει όλα τα χρόνια άγονης εργασίας και σου προσφέρει την επιλογή να τα χαραμίσεις χωρίς ενοχές. Το τραγούδι από το κινητό με νανουρίζει τρυφερά.


Κι είναι ξανά τα μάτια σου ναυαγισμένες θάλασσες

κι η κόμη σου αναχώρηση πρωινή μέσα στους καπνούς

κι ειν' οι πτυχές στο φόρεμα σου κάγκελα,

που σφίγγεις νευρικά στα δάχτυλα σου...

Βύρων Λεοντάρης


Τις επόμενες μέρες επισκέφτηκα κάποια από τα αξιοθέατα του νησιού. Τράβηξα φωτογραφίες, κράτησα σημειώσεις. Καθόμουν στο μπαλκόνι όταν άκουσα τον πρώτο κεραυνό. Τα σύννεφα σαν φύκια, ο ουρανός πυρακτωμένο συρματόπλεγμα.

Λίγο πριν νυχτώσει, η ασημένια βροχή δαχτυλογραφούσε ρυθμικά τους ακατάληπτους στίχους της στο δέρμα του πελάγους. Έκλεισα τα μάτια. Βαθιά εισπνοή, μέχρι η ανάσα της βροχής να γίνει τατουάζ στα κύτταρά μου.

Μετά από καιρό άνοιξα το μωβ τετράδιο. Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έχω να γράψω αναλογικά. Η γραφή με παίρνει από το χέρι και καθαρίζει το μισό μου είναι από τις ακαθαρσίες και τα περιττώματα της ρουτίνας.

Τι σημειώνω πάνω στις λευκές σελίδες; Θα μπορούσα να το πω αυτόματη γραφή και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα, αλλά δεν είναι. Σκόρπιες σκέψεις, αντιφεγγίσματα απωθημένων, ονείρων και πόθων. Δύο σελίδες. Όχι κι άσχημα.

Έμεινα ξάγρυπνος μέχρι το πρωί. Έφτιαξα καφέ και βγήκα έξω. Το ξημέρωμα, κόκκινος γρανίτης στη σάρκα του σκότους.

Σήμερα θα πάω.

Το καραβάκι πλησιάζει. Νιώθω μια παράξενη αγωνία, σαν πρώτου ραντεβού. Κι αν το μέρος δεν είναι τόσο όμορφο όσο φαίνεται; Κι αν ξόδεψα τόσα χρήματα και χρόνο επειδή με ξελόγιασε μια φωτογραφία;

Κατεβαίνω μουδιασμένος. Ευτυχώς δεν έχει πολύ κόσμο. Αφήνω τα πράγματά μου και βουτάω. Βγαίνω και γυρίζω το βλέμμα στον βράχο.

Με περιμένει.

Όχι τώρα. Θα τραβήξω μερικές φωτογραφίες πρώτα.

Δύο τσιγάρα μετά, πλησιάζω διστακτικά. Στέκομαι λίγα βήματα μακριά. Μακάρι να μπορούσα να περάσω αυτή την πύλη και να βρεθώ σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη ζωή, όπου θα είμαι ευτυχισμένος ή, τουλάχιστον, πιο αναπαυτικά δυστυχισμένος.

Το άνοιγμα μοιάζει μικρότερο απ' ό,τι στις φωτογραφίες. Αγγίζω την πέτρα. Χλιαρή από τον ήλιο. Τόσος δρόμος, τόση προσμονή για μια τρύπα σ' έναν βράχο. Κι όμως διστάζω. Kλείνω τα μάτια και περνάω. Νιώθω λίγο πιο ανάλαφρος, λες και άφησα κάτι πίσω μου. Ίσως αυτή η άτυπη προσωπική τελετουργία να είχε κάποιο νόημα.

Στην επιστροφή κοιτούσα την παραλία μέχρι που χάθηκε. Την αποχαιρέτησα σαν παλιό φίλο.

Θα τα ξαναπούμε.

Δια ζώσης, σε κάποιο όνειρο, στο χαρτί.

Τελευταία νύχτα. Ήπια λίγο παραπάνω. Ξάπλωσα ζαλισμένος.

Θα επιστρέψω σε αυτό το νησί.

Την επόμενη μέρα νύσταζα σε όλη τη διαδρομή. Έφτασα στο σπίτι, έκανα ένα μπάνιο και βούλιαξα στο κρεβάτι.

Η εβδομάδα που ακολούθησε ήταν υπό την επήρεια της Σκιάθου. Το ξόρκι της κρατούσε ακόμη. Άμβλυνε το κεντρί της καθημερινότητας.

Στην οθόνη του laptop, οι φωτογραφίες της πύλης. Μία από αυτές έχει κρατήσει κάτι από το άρωμα εκείνης της ημέρας. Τη μετατρέπω σε ασπρόμαυρη.

Θα την τυπώσω.

Θα είναι το φυλακτό μου για τον επόμενο χειμώνα.

Αλεξίλυπο.



Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες



Κι η πόλη, πεισματικά κρατιέται από τις φλούδες της επιθυμίας της. 
Αμπού Μαριάμ


Έχω ξανάρθει εδώ. Σε κάποιο όνειρο, σε μια προηγούμενη ζωή. Παράξενη πόλη. Φοράει δυτικά ρούχα, αλλά κάθε της κίνηση κι ανάσα στάζει τον πυρετό της Ανατολής.
Οι κάτοικοι μοιάζουν κομπάρσοι που περιμένουν κάποιον να τους δώσει οδηγίες. Μέχρι τότε περπατούν νωχελικά, ανασαίνουν βαριά κάτω από τα προσωπεία τους. Κάθε χιλιοστό της ρυμοτομίας είναι ένα παλίμψηστο από μάσκες. Σαν τίποτα να μην είναι αυτό που δείχνει.

Κάθομαι σε ένα μικρό καφέ. Σερπαντίνες αρωμάτων παρασέρνουν την προσοχή μου: φρεσκοκαβουρδισμένος καφές, βανίλια, νικοτίνη. Και τελευταίο, ένα γυναικείο άρωμα· ο μίτος του λαβύρινθου για να χαθείς χωρίς επιστροφή.

Βρίσκεται σε κάθε στενό, μα λίγο πριν την πλησιάσω είναι πάντα μια άλλη. Κατοικεί στην άκρη του ματιού μου, μπαινοβγαίνει από τη μία αίσθηση στην άλλη. Φευγαλέα. Αίσθηση μεταξένιας φωτιάς μέσα στην αφή μου. Ηχώ ταξιδιού που κυλά στον λαιμό μου.
Τριγυρίζω στους δρόμους δαιμονισμένος.

Καταλήγω σε μια τρύπα. Φτηνό αλκοόλ. Το μέρος βρομάει ιδρώτα και φιμωμένες επιθυμίες.
Τα φώτα σβήνουν.
Η χορεύτρια αφήνει το πρώτο πέπλο.
Όλα είναι συντονισμένα με τον χορό της. Ο πλανήτης σταματά να περιστρέφεται όταν εκείνη σταματά να χορεύει. Η μουσική τρυπώνει κάτω από το δέρμα, τροπική ασθένεια. Σπέρνει πυρετικές πιθανότητες, ψίχουλα έκστασης.

Η μουσική τελειώνει. Τα φώτα ανάβουν.
Είναι εκείνη.
Βγαίνω από το μαγαζί και την περιμένω. Ξέρει πως την ακολουθώ. Με κοιτάζει και μειδιά.
Την πλησιάζω.

«Όχι τώρα. Όχι εδώ.»

«Αύριο. Στο λιμάνι. Στο παλιό χαμάμ.»

Δεν κοιμήθηκα μέχρι να βρεθούμε. Οι σκέψεις μου κολυμπούσαν σε σκοτεινά νερά.
Τι γυρεύω εδώ;

Δεν μου λείπει το σπίτι μου. Όλα εκεί μίκρυναν. Μόνο τα βλέμματα μεγάλωσαν.
Φυλακισμένοι σ’ ένα ενυδρείο-υπόνομο. Βράζουμε στα ίδια σκατά. Η μηχανή του κιμά αλέθει τα πάντα, ακόμη και τον χρόνο, ξανά και ξανά, πιο πέρα από τα σύνορα του πόνου.
Κορμιά που στριμώχνονται σε τρένα, λεωφορεία, δικαιολογίες και φτηνιάρικες ζωές.
Σώματα σταφύλια που μόνο αν τα πατήσεις θα λυτρωθούν, θα βγάλουν λίγο κρασί.
Μάτια, ραγισμένες οθόνες. Σκουριάζουν από τις τύψεις. Φλέβες και αρτηρίες που στόμωσαν από στάχτες.

Ο παλμός του παρελθόντος αντηχεί στο μέλλον τόσο έντονα, που δεν ξεχωρίζουν πια.
Πιασμένος στην ποντικοπαγίδα του λιμνάζοντος παρόντος.
Ρωγμές σε σχήμα αστεριού στο ταβάνι και στους τοίχους. Περιγράμματα-φυτίλια που ανάβουν από τους σπινθήρες του γέλιου της. Ο χρόνος αποσυναρμολογείται. Η ανάμνηση των ματιών της έκανε τα πάντα διάφανα.

Ξεκίνησα νωρίς για το ραντεβού μας.
Ακαθόριστο βουητό στις ρυτίδες της πόλης. Τσαλακωμένα χαρτιά τα πρόσωπα. Ναρκισσιστικές προσδοκίες, εύθραυστη αισιοδοξία, υστερικές οπτασίες.

Είναι ήδη εκεί. Χαμογελά. Ένα αίνιγμα γεμάτο θαυμαστικά. Την ακολουθώ στο παλιό χαμάμ. Περπατά πίσω από τις κολώνες. Κάθε φορά είναι διαφορετική, μα πάντα η ίδια.
Περνά πίσω από την πέμπτη κολώνα και φορά τα πέπλα του χορού. Πίσω από την έβδομη, ένα χρυσό φόρεμα. Καταλήγουμε σε μια μεγάλη αίθουσα. Κορδέλες φωτός στο κέντρο. Χορεύει ανάμεσά τους.

Την πλησιάζω.

«Ποια είσαι;»

«Περπατάς μέσα μου από χθες κι ακόμα ρωτάς;»

«Τι κάνω εδώ;»

«Ίσως ονειρεύεσαι. Ίσως πέθανες.»

«Πότε;»

«Χθες. Πριν από δέκα χρόνια. Ίσως δεν γεννήθηκες ποτέ. Μπορεί να είσαι σε κώμα.»

Με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί στη γωνία. Το φιλί της είναι υγρό, βαθύ.
Διέσχισα κάθε έρημο μέχρι να πνιγώ σ’ ένα κύμα από μέλι, αίμα και κρασί.

«Πώς σε λένε;»

«Έχει σημασία;»

«Είμαι στην Κόλαση, στον Παράδεισο ή στο Καθαρτήριο;»

«Μπορεί και στα τρία.»

Με φιλά ξανά και μου ψιθυρίζει.
Το άρωμά της αφοπλίζει κάθε δισταγμό.

«Το μυστικό είναι πως δεν υπάρχουν μυστικά. Τίποτα δεν είναι αληθινό. Τα πάντα επιτρέπονται».

Τα βλέφαρα μου κλείνουν, η σιλουέτα της λιώνει στο ημίφως. Το φιλί της ήταν τόσο γλυκό, που δεν ένιωσα το μαχαίρι στα πλευρά μου.  Τι εννοούσε;

Έχω ξανάρθει εδώ. Σε κάποιο όνειρο, σε μια προηγούμενη ζωή. Παράξενη πόλη, φοράει δυτικά ρούχα, αλλά κάθε της κίνηση κι ανάσα στάζει τον πυρετό της Ανατολής. Οι κάτοικοι μοιάζουν κομπάρσοι, που περιμένουν κάποιον να τους δώσει οδηγίες.




Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

That Demon Life

 

“This is a robbery! Everybody on the floor!”

It was nothing like the movies. The moment you realize you could die simply because you happened to be in the wrong place at the wrong time, something inside you changes. Strangely, I wasn’t afraid. Not even when they took me hostage.

The van door slammed shut. Speed twisted my stomach, and the stale reek of cigarettes clung to the air so thickly I could barely breathe. None of it mattered.

She pulled off her mask, and her blue eyes spread a soft, gentle light..

I barely heard what she was saying until the pistol cracked against my skull. Then she ordered me to count the money. It took time, my hands unsteady at first, but eventually I finished.

Three hundred thousand six hundred euros.

They divided the cash into smaller bags and slipped their masks back on. The van disappeared into a parking garage. Once it was locked away, we climbed into another vehicle. They peeled off their coveralls; underneath, all of them wore jerseys from the same football club.

“What do we do with him? He saw your face.”

The dark-haired woman leaned toward me.

“You’re going to be a good, quiet boy, aren’t you?”

“Yes, ma’am."

"Because otherwise, you'll wake up with your balls in your mouth and your tongue up your ass."

They laughed.

“What do you think? Will he behave?”

She looked at me with playful cruelty in her eyes. Slowly, deliberately, she dragged her tongue across her upper lip and winked.

“He’ll be a quiet little thing.”

They shoved me into the back of the van and dumped me somewhere off the highway. I made it home six hours later.

I showered. Ate whatever I could find.

Then I tore through every drawer in the apartment until I found a crumpled pack of cigarettes. Half full. Lucky me.

I’d quit five months ago.

I wasn’t smoking to calm my nerves. I smoked to tame the fever her memory ignited inside me. Those blue eyes had sprayed burning graffiti across the narrow alleys of my cells.

The first drag cleared my head. The second silenced everything else.

I opened my bag looking for my phone. I found it beside two thick bundles of cash.

Ten thousand euros.

Not bad.

Two cubes of ice. Whiskey. Cola.

I stepped onto the balcony while Mick Jagger rasped through the speakers.

How the hell was I supposed to see her again?

*  *  *

The black van rolled into the garage. They climbed out and headed downstairs into the basement. Jerseys came off and landed on the table in a heap. The tall one tossed the match tickets over them—their alibi. The old man placed the bags of money beneath the table.

 All three of them sat down. The dark-haired woman set three shot glasses on the table and filled them with vodka. Three rounds went down fast.

“And now?”

“Nothing. Fifteen days off. Same routine.”

“The money?”

“It stays here.”

“Your place?”

The old man eyed the tall one.

“It always goes like this. Why change it now?”

The tall man frowned, stood up, pulled on his jacket, and left.

The old man poured another shot.

The dark-haired woman stayed quiet, thinking.

“What’s wrong with him?”

“Probably in debt again.”

“To who?”

“Whoever’s still breathing. Drop it. Where are we?”

“Still three hundred thousand short of early retirement.”

The old man rubbed his beard, uneasy.

“That’s a lot.”

“I know.”

“We can’t hit again soon.”

“I know.”

“So?”

“Let me think.”

She picked up a school backpack and headed for the door.

“Why’d you put two bundles in his bag?”

She smiled, sliding on her glasses.

“Generosity has its merits.”

A faint smirk from the old man.

He cleared the table, locked everything in a metal cabinet. Took the cash bags, lifted a floor slab, hid them underneath.

Upstairs, he opened a beer and sank into the couch.

The news was already on.

He was drifting off when the anchor said the robbers had gotten away with twenty thousand euros…




Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ IV

 

Βενετία 2023

Αυτή η πόλη είναι μια γυναίκα που ξυπνάει μετά τη δύση. Τη μέρα κρύβεται πίσω από τις σκιές των κτιρίων της και τα νερά. Μόλις νυχτώσει, η ανατομία του κορμιού της λάμπει στα φώτα, στις αντανακλάσεις. Μπορείς ν’ ακούσεις την ανάσα της να ποτίζει τα στενά, τους ψιθύρους της να περιπλανιούνται ανάμεσα στις γόνδολες. Περπατάει μέσα στο πλήθος, παρατηρεί τις μάσκες. Γιατί ήρθε, τι ψάχνει; Να απαλλαγεί, έστω και για λίγο, από τις σαθρές σταθερές της ρουτίνας του; Λαχταράει να σκορπίσει στην ανωνυμία, να γίνει η μάσκα το καινούργιο πρόσωπο.

Τα αυτιά του ακόμα βουίζουν. Μπήκε στο πρώτο μαγαζί που βρήκε, πήρε ένα ποτό και κατέρρευσε στον καναπέ. Τα ρούχα του μουλιασμένα από ιδρώτα· στο σώμα του οι χτύποι αντηχούν σαν βόμβες. Πίνει ένα ποτήρι νερό απνευστί, παίρνει βαθιά ανάσα και κοιτάζει έξω. Το καρναβάλι συνεχίζεται. Ένα κύμα διονυσιασμού σαρώνει κάθε στενό. Μια παρέλαση σκιών, δαιμόνων και σειρήνων. Η μουσική ξεκινά από τα λικνιζόμενα σώματα. Μπορεί η θερμοκρασία να είναι στους 13 βαθμούς Κελσίου, όμως ανάμεσα στο πλήθος νιώθεις το τροπικό κλίμα να εισβάλλει στα κύτταρά σου· μια αλλόκοτη, μεθυστική υγρασία να αλώνει κάθε άμυνα.

Σηκώνεται και κάθεται στην μπάρα. Ο μπάρμαν τον κοιτάζει, μειδιά και τον κερνά ένα σφηνάκι. Πιάνουν την κουβέντα. Του μιλά για τους κατασκευαστές μασκών (mascherari), πως παλιά ήταν μια συντεχνία με τους δικούς της κανόνες. Του περιγράφει πως οι μάσκες, τα υφάσματα, ακόμη και τα χρώματα όριζαν την ταξική ιεραρχία. Του δίνει μια χρυσή κάρτα, πρόσκληση για ένα ιδιαίτερο event.

Περπατά αργά, ψάχνει τη διεύθυνση. Λίγα μέτρα πριν από την είσοδο βρίσκει μια μάσκα πάνω σε μια σκάλα. Τη φοράει και μπαίνει στο κτίριο. Δείχνει την κάρτα. Το μέρος μοιάζει να υπάρχει σε μια ξεχωριστή, ιδιωτική διάσταση. Κατεβαίνει στο υπόγειο. Νέον υπογραφές στους τοίχους, μουσική παράξενης τελετουργίας. Αισθάνεται πως παγώνει και καίγεται ταυτόχρονα. Οι χορευτές σκορπίζουν στον ιδρώτα κάθε αμφιβολία. Ίσως, υποσυνείδητα, να γνωρίζουν κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούν. Χορεύουν πάνω στα σύνορα ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον. Το ξέρουν: απαγορεύεται το πέρασμα στο αύριο· χορεύουν μέχρι τελικής πτώσης, σαν δερβίσηδες. Μέχρι να ζαλιστεί ο κόσμος και να πέσει. Ψάχνουν σπινθήρες που θα βάλουν φωτιά στη νύχτα.

Ο μετρονόμος της ζούγκλας ελέγχει πλέον τις σωματικές λειτουργίες. Τα ρούχα υποχωρούν από το βάρος της έντασης, ραγίζουν αργά σαν τσόφλι. Συντονίζεσαι με τους υπόλοιπους· ο καθένας χορεύει τον δικό του χορό, μα από μακριά το πλήθος μοιάζει με ένα κορμί. Τι ψάχνεις; Ή μήπως θέλεις να χαθείς; Από ποιον; Από τον εαυτό σου; Κοιτάζει τον κόσμο εξαντλημένος. Θέλει να σηκωθεί και να χαθεί μέσα του. Ζαλίζεται· μια αίσθηση κενού τον τρομάζει και τον γοητεύει. Ένα χέρι γλιστρά στον ώμο του· φορά μια χρυσή μάσκα και μωβ αμφίεση, το χαμόγελό της αφοπλίζει τις αντιρρήσεις του. Χορεύει σαν φλόγα, το άρωμά της ξεπλένει την κούραση και την ανία από πάνω του.

Δεν ξέρει τ’ όνομά της, ούτε καν αν είναι όμορφη πίσω από το προσωπείο. Δεν έχει σημασία. Τον τραβά από το χέρι, ανεβαίνουν στην ταράτσα. Οι αισθήσεις λιώνουν μέσα στο υγρό σκοτάδι. Δάχτυλα και χείλη προσπαθούν να γαντζωθούν σε μια αιωνιότητα, ακόμη κι αν αυτή λήξει την αυγή. Η χροιά της, κάτι ανάμεσα σε θρόισμα φύλλων και κύματος.

«Αυτό που γίνεται από έρωτα, συμβαίνει πάντα πέρα από το καλό και το κακό».

Για μερικές ώρες, οι αόρατες ραφές της πραγματικότητας ξηλώθηκαν. Οι πιθανότητες δραπέτευσαν από τα κελιά της λογικής. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί.



Διηγήματα εμπνευσμένα από τραγούδια

Most Of The Time (Bob Dylan)

Παρέμενε ασάλευτος. Το βλέμμα προσηλωμένο στη μαύρη οθόνη, στο αχνό περίγραμμα της μορφής του. Η αλλαγή της ώρας του προκαλεί εκνευρισμό· απεχθάνεται το ότι βραδιάζει πιο αργά. Πάντα ένιωθε πιο ασφαλής κάτω από τα πέπλα της νύχτας. Σέρνεται μέχρι το μπαλκόνι. Τελευταίο τσιγάρο. Πεθύμησε λίγο αλκοόλ· μόνο αυτό μπορεί να σωπάσει τη χορωδία των απωθημένων που τριγυρίζει στα στενά των αισθήσεων.

Παρατηρεί την απέναντι πολυκατοικία. Κόκκινο φως στο μπαλκόνι του τρίτου, κίτρινο στο δεύτερο, απαλό μπλε στην κρεβατοκάμαρα του πρώτου. Για νιοστή φορά ευχήθηκε να ζούσε—έστω για λίγο—μια άλλη ζωή, σαν ρεπό ή διακοπές. Μια νύχτα στο κόκκινο φως, την επόμενη στο γαλάζιο. Δεν ήταν δυστυχισμένος, αλλά ούτε και ευτυχής. Αισθανόταν πως περιμένει κάτι που δεν θα έρθει ποτέ ή, κι αν εμφανιστεί, δεν θα είναι γι’ αυτόν.

«Τι σημασία έχει;» σκέφτηκε. Πέταξε το τσιγάρο και μπήκε στο διαμέρισμα. Δεν είχε διάθεση να δει ταινία ή σειρά, ούτε να διαβάσει. Σκάλισε τους δίσκους του, ψάχνοντας μια σπίθα έμπνευσης. Η βελόνα φίλησε το βινύλιο· τα σκρατς από τα ηχεία τον ανατρίχιασαν. Πόσα χρόνια είχε να βάλει δίσκο στο πικάπ; Τα λεπτά του τραγουδιού τον μετέφεραν σε μια άλλη εποχή, πιο απλή ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε. Μια εποχή αναλογική: όσα αγαπούσε είχαν υλική μορφή· η μουσική, τα περιοδικά, οι ταινίες.

Ράφια γεμάτα δίσκους, CD, βιντεοκασέτες, βιβλία, κόμικς, κουτιά και άλμπουμ φωτογραφιών. Τώρα πια, όλα είναι φαντάσματα μέσα στις οθόνες· φάκελοι σε σκληρούς δίσκους. Μας κακόμαθε η τεχνολογία: όλα βρίσκονται σε απόσταση μερικών clicks. Κάτι που δεν συμβαίνει με την πραγματική ζωή κι αυτό μας θλίβει· μονίμως ανικανοποίητοι και ταυτόχρονα κορεσμένοι.

Έβαλε ξανά το ίδιο τραγούδι και κατέβασε από το ράφι ένα κουτί με φωτογραφίες. Δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τον εαυτό του τριάντα χρόνια πριν. Σαν να έβλεπε flashback σε ταινία. Ποιος ήταν, στα αλήθεια, τότε; Τι ήθελε, τι ονειρευόταν; Αν μπορούσε να συναντήσει τον νεότερο εαυτό του και να του πει πώς θα εξελιχθεί τρεις δεκαετίες μετά, ποια θα ήταν η αντίδρασή του; Έκπληξη; Απογοήτευση;

Το βλέμμα του στάθηκε στην τελευταία φωτογραφία. Δεν θυμάται το μέρος. Τα χρώματα της θάλασσας και του ορίζοντα, ξεπλυμένα. Κλείνει τα μάτια· η ηχώ των κυμάτων στάζει από τα ηχεία. Βουλιάζει αργά στον καναπέ. Θυμήθηκε μια φράση που γαλήνευε το σκοτάδι μέσα του:

«Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται μόνο στις αναμνήσεις και στις ελπίδες, και οι ελπίδες κάποτε δεν είναι άλλο από τα αντιφεγγίσματα των αναμνήσεων…»

Αφέθηκε, ανάμεσα στην άμπωτη της μνήμης και την πλημμυρίδα του τραγουδιού. Ίσως να είχε ακόμη μερικά αξέχαστα καλοκαίρια μπροστά του. Ίσως αυτό που περιμένει να μην τον προσπέρασε, απλώς δεν βρέθηκε το ιδανικό σημείο συνάντησης. Μπορεί να είναι κάποιο νησί. Ή κάποιο στενό μέσα στην πόλη. Σε ένα βιβλιοπωλείο, έξω από ένα σινεμά. Τα μάτια του μισόκλεισαν· κάπου μακριά, ένα κύμα έσκαγε ξανά και ξανά, ηχώ μιας υπόσχεσης. Το τραγούδι τελείωσε. Η βελόνα συνέχισε να γυρίζει στο κενό.