Dr.Bitternight
Κυριακή 31 Μαΐου 2026
May Playlist
Δευτέρα 18 Μαΐου 2026
That Demon Life
“This is a robbery! Everybody on the floor!”
It was nothing like the movies. The moment you realize you could die simply because you happened to be in the wrong place at the wrong time, something inside you changes. Strangely, I wasn’t afraid. Not even when they took me hostage.
The van door slammed shut. Speed twisted my stomach, and the stale reek of cigarettes clung to the air so thickly I could barely breathe. None of it mattered.
She pulled off her mask, and her blue eyes spread a soft, gentle light..
I barely heard what she was saying until the pistol cracked against my skull. Then she ordered me to count the money. It took time, my hands unsteady at first, but eventually I finished.
Three hundred thousand six hundred euros.
They divided the cash into smaller bags and slipped their masks back on. The van disappeared into a parking garage. Once it was locked away, we climbed into another vehicle. They peeled off their coveralls; underneath, all of them wore jerseys from the same football club.
“What do we do with him? He saw your face.”
The dark-haired woman leaned toward me.
“You’re going to be a good, quiet boy, aren’t you?”
“Yes, ma’am."
"Because otherwise, you'll wake up with your balls in your mouth and your tongue up your ass."
They laughed.
“What do you think? Will he behave?”
She looked at me with playful cruelty in her eyes. Slowly, deliberately, she dragged her tongue across her upper lip and winked.
“He’ll be a quiet little thing.”
They shoved me into the back of the van and dumped me somewhere off the highway. I made it home six hours later.
I showered. Ate whatever I could find.
Then I tore through every drawer in the apartment until I found a crumpled pack of cigarettes. Half full. Lucky me.
I’d quit five months ago.
I wasn’t smoking to calm my nerves. I smoked to tame the fever her memory ignited inside me. Those blue eyes had sprayed burning graffiti across the narrow alleys of my cells.
The first drag cleared my head. The second silenced everything else.
I opened my bag looking for my phone. I found it beside two thick bundles of cash.
Ten thousand euros.
Not bad.
Two cubes of ice. Whiskey. Cola.
I stepped onto the balcony while Mick Jagger rasped through the speakers.
How the hell was I supposed to see her again?
* * *
The black van rolled into the garage. They climbed out and headed downstairs into the basement. Jerseys came off and landed on the table in a heap. The tall one tossed the match tickets over them—their alibi. The old man placed the bags of money beneath the table.
All three of them sat down. The dark-haired woman set three shot glasses on the table and filled them with vodka. Three rounds went down fast.
“And now?”
“Nothing. Fifteen days off. Same routine.”
“The money?”
“It stays here.”
“Your place?”
The old man eyed the tall one.
“It always goes like this. Why change it now?”
The tall man frowned, stood up, pulled on his jacket, and left.
The old man poured another shot.
The dark-haired woman stayed quiet, thinking.
“What’s wrong with him?”
“Probably in debt again.”
“To who?”
“Whoever’s still breathing. Drop it. Where are we?”
“Still three hundred thousand short of early retirement.”
The old man rubbed his beard, uneasy.
“That’s a lot.”
“I know.”
“We can’t hit again soon.”
“I know.”
“So?”
“Let me think.”
She picked up a school backpack and headed for the door.
“Why’d you put two bundles in his bag?”
She smiled, sliding on her glasses.
“Generosity has its merits.”
A faint smirk from the old man.
He cleared the table, locked everything in a metal cabinet. Took the cash bags, lifted a floor slab, hid them underneath.
Upstairs, he opened a beer and sank into the couch.
The news was already on.
He was drifting off when the anchor said the robbers had gotten away with twenty thousand euros…
Πέμπτη 30 Απριλίου 2026
April Playlist
Τετάρτη 22 Απριλίου 2026
Ημερολόγιο ρεπεράζ IV
Βενετία 2023
Αυτή η πόλη είναι μια γυναίκα που ξυπνάει μετά τη δύση.
Τη μέρα κρύβεται πίσω από τις σκιές των κτιρίων της και τα νερά. Μόλις
νυχτώσει, η ανατομία του κορμιού της λάμπει στα φώτα, στις αντανακλάσεις.
Μπορείς ν’ ακούσεις την ανάσα της να ποτίζει τα στενά, τους ψιθύρους της να
περιπλανιούνται ανάμεσα στις γόνδολες. Περπατάει μέσα στο πλήθος, παρατηρεί τις
μάσκες. Γιατί ήρθε, τι ψάχνει; Να απαλλαγεί, έστω και για λίγο, από τις σαθρές
σταθερές της ρουτίνας του; Λαχταράει να σκορπίσει στην ανωνυμία, να γίνει η μάσκα
το καινούργιο πρόσωπο.
Τα αυτιά του ακόμα βουίζουν. Μπήκε στο πρώτο μαγαζί που
βρήκε, πήρε ένα ποτό και κατέρρευσε στον καναπέ. Τα ρούχα του μουλιασμένα από
ιδρώτα· στο σώμα του οι χτύποι αντηχούν σαν βόμβες. Πίνει ένα ποτήρι νερό
απνευστί, παίρνει βαθιά ανάσα και κοιτάζει έξω. Το καρναβάλι συνεχίζεται. Ένα
κύμα διονυσιασμού σαρώνει κάθε στενό. Μια παρέλαση σκιών, δαιμόνων και
σειρήνων. Η μουσική ξεκινά από τα λικνιζόμενα σώματα. Μπορεί η θερμοκρασία να
είναι στους 13 βαθμούς Κελσίου, όμως ανάμεσα στο πλήθος νιώθεις το τροπικό κλίμα
να εισβάλλει στα κύτταρά σου· μια αλλόκοτη, μεθυστική υγρασία να αλώνει κάθε
άμυνα.
Σηκώνεται και κάθεται στην μπάρα. Ο μπάρμαν τον κοιτάζει,
μειδιά και τον κερνά ένα σφηνάκι. Πιάνουν την κουβέντα. Του μιλά για τους
κατασκευαστές μασκών (mascherari), πως παλιά ήταν μια συντεχνία με τους δικούς
της κανόνες. Του περιγράφει πως οι μάσκες, τα υφάσματα, ακόμη και τα χρώματα
όριζαν την ταξική ιεραρχία. Του δίνει μια χρυσή κάρτα, πρόσκληση για ένα
ιδιαίτερο event.
Περπατά αργά, ψάχνει τη διεύθυνση. Λίγα μέτρα πριν από την είσοδο βρίσκει μια μάσκα πάνω σε μια σκάλα. Τη φοράει και μπαίνει στο κτίριο. Δείχνει την κάρτα. Το μέρος μοιάζει να υπάρχει σε μια ξεχωριστή, ιδιωτική διάσταση. Κατεβαίνει στο υπόγειο. Νέον υπογραφές στους τοίχους, μουσική παράξενης τελετουργίας. Αισθάνεται πως παγώνει και καίγεται ταυτόχρονα. Οι χορευτές σκορπίζουν στον ιδρώτα κάθε αμφιβολία. Ίσως, υποσυνείδητα, να γνωρίζουν κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούν. Χορεύουν πάνω στα σύνορα ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον. Το ξέρουν: απαγορεύεται το πέρασμα στο αύριο· χορεύουν μέχρι τελικής πτώσης, σαν δερβίσηδες. Μέχρι να ζαλιστεί ο κόσμος και να πέσει. Ψάχνουν σπινθήρες που θα βάλουν φωτιά στη νύχτα.
Ο μετρονόμος της ζούγκλας ελέγχει πλέον τις σωματικές
λειτουργίες. Τα ρούχα υποχωρούν από το βάρος της έντασης, ραγίζουν αργά σαν
τσόφλι. Συντονίζεσαι με τους υπόλοιπους· ο καθένας χορεύει τον δικό του χορό,
μα από μακριά το πλήθος μοιάζει με ένα κορμί. Τι ψάχνεις; Ή μήπως θέλεις να
χαθείς; Από ποιον; Από τον εαυτό σου; Κοιτάζει τον κόσμο εξαντλημένος. Θέλει να
σηκωθεί και να χαθεί μέσα του. Ζαλίζεται· μια αίσθηση κενού τον τρομάζει και
τον γοητεύει. Ένα χέρι γλιστρά στον ώμο του· φορά μια χρυσή μάσκα και μωβ
αμφίεση, το χαμόγελό της αφοπλίζει τις αντιρρήσεις του. Χορεύει σαν φλόγα, το
άρωμά της ξεπλένει την κούραση και την ανία από πάνω του.
Δεν ξέρει τ’ όνομά της, ούτε καν αν είναι όμορφη πίσω από
το προσωπείο. Δεν έχει σημασία. Τον τραβά από το χέρι, ανεβαίνουν στην ταράτσα.
Οι αισθήσεις λιώνουν μέσα στο υγρό σκοτάδι. Δάχτυλα και χείλη προσπαθούν να γαντζωθούν
σε μια αιωνιότητα, ακόμη κι αν αυτή λήξει την αυγή. Η χροιά της, κάτι ανάμεσα
σε θρόισμα φύλλων και κύματος.
«Αυτό που γίνεται από έρωτα, συμβαίνει πάντα πέρα από το
καλό και το κακό».
Για μερικές ώρες, οι αόρατες ραφές της πραγματικότητας ξηλώθηκαν. Οι πιθανότητες δραπέτευσαν από τα κελιά της λογικής. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί.
Διηγήματα
εμπνευσμένα από τραγούδια
Most Of The Time
(Bob Dylan)
Παρέμενε ασάλευτος. Το βλέμμα προσηλωμένο στη μαύρη
οθόνη, στο αχνό περίγραμμα της μορφής του. Η αλλαγή της ώρας του προκαλεί
εκνευρισμό· απεχθάνεται το ότι βραδιάζει πιο αργά. Πάντα ένιωθε πιο ασφαλής
κάτω από τα πέπλα της νύχτας. Σέρνεται μέχρι το μπαλκόνι. Τελευταίο τσιγάρο.
Πεθύμησε λίγο αλκοόλ· μόνο αυτό μπορεί να σωπάσει τη χορωδία των απωθημένων που
τριγυρίζει στα στενά των αισθήσεων.
Παρατηρεί την απέναντι πολυκατοικία. Κόκκινο φως στο
μπαλκόνι του τρίτου, κίτρινο στο δεύτερο, απαλό μπλε στην κρεβατοκάμαρα του
πρώτου. Για νιοστή φορά ευχήθηκε να ζούσε—έστω για λίγο—μια άλλη ζωή, σαν ρεπό
ή διακοπές. Μια νύχτα στο κόκκινο φως, την επόμενη στο γαλάζιο. Δεν ήταν
δυστυχισμένος, αλλά ούτε και ευτυχής. Αισθανόταν πως περιμένει κάτι που δεν θα
έρθει ποτέ ή, κι αν εμφανιστεί, δεν θα είναι γι’ αυτόν.
«Τι σημασία έχει;» σκέφτηκε. Πέταξε το τσιγάρο και μπήκε
στο διαμέρισμα. Δεν είχε διάθεση να δει ταινία ή σειρά, ούτε να διαβάσει.
Σκάλισε τους δίσκους του, ψάχνοντας μια σπίθα έμπνευσης. Η βελόνα φίλησε το
βινύλιο· τα σκρατς από τα ηχεία τον ανατρίχιασαν. Πόσα χρόνια είχε να βάλει
δίσκο στο πικάπ; Τα λεπτά του τραγουδιού τον μετέφεραν σε μια άλλη εποχή, πιο
απλή ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε. Μια εποχή αναλογική: όσα αγαπούσε είχαν υλική
μορφή· η μουσική, τα περιοδικά, οι ταινίες.
Ράφια γεμάτα δίσκους, CD, βιντεοκασέτες, βιβλία, κόμικς,
κουτιά και άλμπουμ φωτογραφιών. Τώρα πια, όλα είναι φαντάσματα μέσα στις οθόνες·
φάκελοι σε σκληρούς δίσκους. Μας κακόμαθε η τεχνολογία: όλα βρίσκονται σε
απόσταση μερικών clicks. Κάτι που δεν συμβαίνει με την πραγματική ζωή κι αυτό
μας θλίβει· μονίμως ανικανοποίητοι και ταυτόχρονα κορεσμένοι.
Έβαλε ξανά το ίδιο τραγούδι και κατέβασε από το ράφι ένα
κουτί με φωτογραφίες. Δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τον εαυτό του τριάντα χρόνια
πριν. Σαν να έβλεπε flashback σε ταινία. Ποιος ήταν, στα αλήθεια, τότε; Τι
ήθελε, τι ονειρευόταν; Αν μπορούσε να συναντήσει τον νεότερο εαυτό του και να
του πει πώς θα εξελιχθεί τρεις δεκαετίες μετά, ποια θα ήταν η αντίδρασή του;
Έκπληξη; Απογοήτευση;
Το βλέμμα του στάθηκε στην τελευταία φωτογραφία. Δεν
θυμάται το μέρος. Τα χρώματα της θάλασσας και του ορίζοντα, ξεπλυμένα. Κλείνει
τα μάτια· η ηχώ των κυμάτων στάζει από τα ηχεία. Βουλιάζει αργά στον καναπέ.
Θυμήθηκε μια φράση που γαλήνευε το σκοτάδι μέσα του:
«Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται μόνο στις αναμνήσεις και
στις ελπίδες, και οι ελπίδες κάποτε δεν είναι άλλο από τα αντιφεγγίσματα των
αναμνήσεων…»
Αφέθηκε, ανάμεσα στην άμπωτη της μνήμης και την πλημμυρίδα του τραγουδιού. Ίσως να είχε ακόμη μερικά αξέχαστα καλοκαίρια μπροστά του. Ίσως αυτό που περιμένει να μην τον προσπέρασε, απλώς δεν βρέθηκε το ιδανικό σημείο συνάντησης. Μπορεί να είναι κάποιο νησί. Ή κάποιο στενό μέσα στην πόλη. Σε ένα βιβλιοπωλείο, έξω από ένα σινεμά. Τα μάτια του μισόκλεισαν· κάπου μακριά, ένα κύμα έσκαγε ξανά και ξανά, ηχώ μιας υπόσχεσης. Το τραγούδι τελείωσε. Η βελόνα συνέχισε να γυρίζει στο κενό.
Τρίτη 31 Μαρτίου 2026
March Playlist
Τρίτη 17 Μαρτίου 2026
Ημερολόγιο ρεπεράζ ΙΙΙ
Κυριακή πρωί. Βυθισμένος στον καναπέ, ξεφυλλίζω τα ένθετα
της κυριακάτικης εφημερίδας. Ποιος διαβάζει εφημερίδες σήμερα; Μερικοί
συνταξιούχοι κι εγώ. Γιατί; Είναι ένα τελετουργικό νοσταλγίας· για μερικές ώρες
αισθάνομαι πως βρίσκομαι ξανά σε καλύτερες εποχές. Ταυτόχρονα, είναι ένα καλό
διάλειμμα από τις ψηφιακές ταχύτητες. Η μυρωδιά και η υφή του χαρτιού, το
φυσικό περιβάλλον της ανάγνωσης. Δεν είναι φετιχιστικοί οι λόγοι· είναι η
ανάγκη για επιστροφή στον πραγματικό ρυθμό του κόσμου.
Επιπλέον, η ανάγνωση της κυριακάτικης έκδοσης έχει ένα
άρωμα πολυτέλειας, μια περιττή απόλαυση που φτιάχνει τη διάθεση. Όπως είπε και
ο Oscar Wilde, μπορώ να στερηθώ τα αναγκαία, όχι όμως τα περιττά. Συνήθως
αγοράζω δύο συγκεκριμένες εφημερίδες, εναλλάξ κάθε εβδομάδα. Πολύ σπάνια
προτιμώ μια τρίτη. Πάντα με γοήτευαν τα ένθετα περιοδικά, η ποικιλία των
θεμάτων· από εντελώς αδιάφορα μέχρι πραγματικά ενδιαφέροντα άρθρα. Δυστυχώς,
ελάχιστα αξίζουν πλέον να τα διαβάσεις. Και παρά τα ένα-δύο που παραμένουν
αξιοπρεπή, το «Ε» της Ελευθεροτυπίας παραμένει το καλύτερο.
Αφήνω την εφημερίδα στην άκρη και ανοίγω ένα σκονισμένο
κουτί. Ξεθάβω παλιές φωτογραφίες. Πόσο διαφορετική ήταν η σχέση μας με τη φωτογραφία
πριν από 20 χρόνια; Το φιλμ και η εκτύπωση ήταν ακριβά. Βγάζαμε φωτογραφίες
μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Κοιτάζω τις εικόνες κι αναρωτιέμαι αν είμαι
πραγματικά εγώ· μοιάζουν με θραύσματα κάποιας άλλης ζωής, σε μια παράλληλη
διάσταση.
Έχουν μια αθωότητα, έναν αυθορμητισμό ή έτσι νομίζω. Το μυαλό έχει μουδιάσει από το
τσουνάμι εικόνων που καταναλώνει κάθε μέρα. Κι όμως, τα ξεθωριασμένα χρώματα
είναι πιο όμορφα· οι φωτογραφίες γερνούν κι αυτές, το χαρτί αναπνέει. Πλέον
φωτογραφίζουμε εμμονικά, κυρίως τα πιο αδιάφορα πράγματα. Λες και η μνήμη μας
δεν μπορεί να συγκρατήσει τίποτα και χρειαζόμαστε αποδείξεις ακόμη και για την
πιο ασήμαντη ανάμνηση. Ειδικά το να φωτογραφίζεις φαγητά μού φαίνεται το πιο
ηλίθιο πράγμα. Στερούμε από τις υπόλοιπες αισθήσεις το μερίδιο της ανάμνησης. Η
αναπόληση είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι μοντάζ του μυαλού· δεν έχει σημασία αν
οτιδήποτε συνέβη ακριβώς όπως το θυμόμαστε. Το μυαλό, το σώμα, η κάθε αίσθηση
προσθέτει κι αφαιρεί κομμάτια. Το συναίσθημα ακόμη σιγοκαίει, κι αυτό είναι που
μετράει.
«Λένε ότι, καθώς
γερνάμε, οι ξεχασμένες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια επανέρχονται, ενώ
την ίδια στιγμή η επαφή με το μεσαίο κομμάτι της ζωής μας εξασθενεί. Αυτό δεν
μου έχει συμβεί ακόμη, αλλά μπορώ να φανταστώ πώς εξελίσσεται το φαινόμενο
καθώς τα γηρατειά παίρνουν το πάνω χέρι. Ο νοητικός μας χώρος καταλαμβάνεται
από ζωντανές σκηνές του παρελθόντος, ακολουθεί ένα μεγάλο κενό και, τέλος,
παίρνει θέση ένα απτό, ασήμαντο παρόν καθώς επαναλαμβανόμενες ημέρες και
επαναλαμβανόμενες περίοδοι σύγχυσης περνούν σαν διαβατάρικα σύννεφα. Με άλλα λόγια,
η ζωή του καθενός μας θα συρρικνωθεί σε μια ιστορία με μια μεγάλη τρύπα στη
μέση».
Τζούλιαν Μπαρνς
- Αναχωρήσεις (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ. Κατερίνα Σχινά)
Ίσως κάποιοι να νιώθουμε αναλογικοί παίκτες σ’ έναν
ψηφιακό κόσμο, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό. Το φιλμ παραμένει το
πραγματικό δέρμα του χρόνου, με το φως και το σκοτάδι να είναι το αίμα που
τρέχει μέσα του. Δεν είμαι κάποιου είδους λουδίτης· εκτιμώ αφάνταστα τον
εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας. Η νοσταλγία είναι ένας ευχάριστος
αντιπερισπασμός από το γεγονός ότι πλέον γερνάς, δεν μεγαλώνεις. Εδώ και χρόνια
όλο λέω πως θα ασχοληθώ με την αναλογική φωτογραφία και δεν το κάνω ποτέ. Μου
αρέσει να λέω στον εαυτό μου πως δεν είμαι έτοιμος, πως θα συμβεί όταν πρέπει.
Βλέπω ξανά την τελευταία μικρού μήκους ταινία που γύρισα.
Παρατηρώ μόνο λάθη και παραλείψεις. Αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο. Γιατί δεν
κράτησα τα χρήματα για να πάω διακοπές; Ξέρω την απάντηση. Γιατί δεν μπορώ να
κάνω αλλιώς. Αν δεν τη γύριζα, δεν θα άντεχα τον εαυτό μου. Είναι σχεδόν μια
φυσική ανάγκη. Ακούγεται επιτηδευμένο και ελαφρώς ναρκισσιστικό, αλλά ποιος
δημιουργός δεν είναι ματαιόδοξος, κι ας μην το παραδέχεται;
Ανεβαίνω στην ταράτσα. Η πανσέληνος αιμορραγεί το χλωμό
φως της. Άραγε, σε ποιο σημείο πάνω στην ανατομία της πόλης κρύβεται ένα μέρος
που περιμένει μια ιστορία να γεννηθεί; Το μελωδικό μουρμουρητό των δρόμων με
γαληνεύει. Θυμάμαι μια φράση από το βιβλίο «Η τελευταία πνοή» του Luis Buñuel:
«Ο χρόνος δεν
αλλάζει τα πράγματα. Ζεις τη ζωή εσωτερικά. Ταξίδια δεν υπάρχουν».
Πετάω το τσιγάρο και κατεβαίνω τις σκάλες.
Αντί φωτογραφίας
«Υπάρχει ένα
πράγμα που μου έχει πει, το έχω αναφέρει κι άλλες φορές, αλλά μου έχει μείνει
βαθιά χαραγμένο. Ήμασταν στο Πήλιο. Είχαμε σταματήσει κάπου ψηλά για να δούμε
τη θέα. Δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήμουν, μικρή όμως. Και λέω: “Τι ωραίο, πρέπει
να το φωτογραφίσει κανείς”. Και μου απαντά: “Όχι. Πρέπει να το θυμάται”. Αυτό
μου έμεινε. Θυμάμαι, ας πούμε, την κόρη μου στην παιδική χαρά, ενάμισι έτους,
με ένα σκουφάκι με δύο μπλε πον πον. Και το ξέρω, αυτή είναι μια εικόνα που
πρέπει να τη θυμάμαι. Έχει αποτυπωθεί σαν κανονική φωτογραφία. Αργότερα, όταν
άρχισα να ασχολούμαι και η ίδια με τη φωτογραφία, κατάλαβα ότι, ναι, κάποια
πράγματα μπορείς να τα φωτογραφίσεις, αλλά δεν μπορείς να αποδώσεις την αίσθηση
του να είσαι εκεί. Οπότε τώρα κάποιες εικόνες τις αφήνω να περάσουν. Διαλέγω να
τις θυμάμαι».
Η Χλόη Ακριθάκη
μιλάει για τον πατέρα της Αλέξη Ακριθάκη, συνέντευξη στην Καθημερινή.
Διηγήματα
εμπνευσμένα από ταινίες
Τετάρτη πρωί. Έφτασε στο γραφείο δέκα λεπτά πιο νωρίς.
Κοιτούσε το πληκτρολόγιο με αηδία. Πώς θα περάσει η μέρα; Διάβασε μερικά άρθρα
για ζέσταμα. Το τελευταίο ήταν ένα γεροντίστικο παραλήρημα με τίτλο «Η αποδόμηση
της ελληνικής γλώσσας».
«Πλήθος βαρβαρισμών αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ελληνικής
γλώσσας. Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε τον πραγματικό κίνδυνο που διατρέχει η
ελληνική γλώσσα...».
Αναγούλιασε. Τέσσερις ώρες μετά, σηκώθηκε και βγήκε έξω.
Όσο κι αν προσπαθεί να κόψει το τσιγάρο, η νικοτίνη είναι η πιο πιστή ερωμένη.
Το βλέμμα του κολύμπησε ανάμεσα στους περαστικούς. Την είδε να κατηφορίζει.
Νεαρή ασκούμενη δικηγόρος, 25 ετών. Ξανθιά, καλλίπυγη, πάντα με δύο κουμπιά
ξεκούμπωτα στο πουκάμισό της. Μια χαραμάδα στο σώμα της, ένας κρυμμένος
ορίζοντας πιθανοτήτων. Αναρωτήθηκε αν το έκανε επίτηδες, αν ήταν μέρος της
τακτικής της.
Πέρασε από μπροστά του. Άλλη μια μέρα που δεν βρήκε το
θάρρος να της μιλήσει. Πέταξε το τσιγάρο κι επέστρεψε στο γραφείο. Η ηχώ του
αρώματός της δεν τον άφηνε να δουλέψει. Υγρό πυρ που έκαψε κάθε στρέμμα
υπομονής. Στον γυρισμό, αποφάσισε πως αύριο θα της έπιανε κουβέντα. Η νύχτα τον
γέμισε προσδοκίες. Μικρές σκηνές, όπου η καθημερινότητα θα γινόταν λίγο πιο
γλυκιά: να την περιμένει να σχολάσει, να ξυπνούν μαζί τις Κυριακές. Χαμογέλασε και
προσπάθησε να κοιμηθεί.
Την επόμενη μέρα, ξύπνησε ευδιάθετος. Ανυπομονούσε να τη
δει. Βγήκε για τσιγάρο πιο νωρίς. Ενώ χάζευε το κινητό του, έπεσε το σήμα και η
σύνδεση με το ίντερνετ. Μετά τη δουλειά θα περνούσε από ένα κατάστημα να το
κοιτάξουν. Σήκωσε τα μάτια και την είδε. Εκείνη τη στιγμή, κι ενώ εκείνη
πλησίαζε, μια ακαταμάχητη αίσθηση επείγοντος πυρπόλησε τα σωθικά του. Λίγα μέτρα
πριν περάσει από μπροστά του, μια έκρηξη τράνταξε το έδαφος. Δύο κτίρια πήραν
φωτιά.
Χωρίς να το σκεφτεί, την έπιασε από το χέρι κι άρχισαν να
τρέχουν. Οι δρόμοι έμοιαζαν με μυρμηγκοφωλιά που πλημμύρισε. Ένα ντόμινο
εκρήξεων πίσω τους, κραυγές, θραύσματα τσιμέντου. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν.
Ακόμη και τρομαγμένη, του φάνηκε τόσο όμορφη. Πρόσεξε ένα σταματημένο
αυτοκίνητο με ανοιχτή την πόρτα του οδηγού. Μπήκαν μέσα, έβαλε μπροστά και
πάτησε το γκάζι.
Δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Κοίταζαν πίσω τους τις φλόγες να
σκεπάζουν τα πάντα. Έφτασαν στη θάλασσα. Βγήκαν από το αυτοκίνητο, κάθισαν στο
καπό και παρατηρούσαν το φλεγόμενο χάος. Εκείνη σφίχτηκε πάνω του
αντανακλαστικά. Το άρωμά της άπλωσε ρίγη στο δέρμα του. Χάζευαν την καταστροφή
μαγεμένοι· τα ερείπια είχαν ένα είδος ποιητικής ακινησίας. Γύρισε προς το μέρος
της, τα δάχτυλά του χάθηκαν μέσα στα μαλλιά της. Τον κοιτάζει με απελπισμένη
τρυφερότητα.
«Ήθελα καιρό να σου μιλήσω».
«Και γιατί δεν το έκανες;»
«Φοβόμουν».
«Έπρεπε να περιμένεις το τέλος του κόσμου;»
«Ίσως να ήταν η κατάλληλη συγκυρία για να το κάνω».
Σκύβει και τη φιλάει. Εκείνη ξαφνιάζεται. Τα χείλη του
χαϊδεύουν απαλά και διστακτικά τα δικά της. Ένα αργό, υγρό φιλί, ενώ στο φόντο
λουλούδια καπνού ραγίζουν τον ορίζοντα.
«Και τώρα τι κάνουμε;»
Έμεινε να την κοιτάζει ζαλισμένος. Ευχήθηκε να μπορούσε να
παγώσει τον χρόνο για πάντα· ήταν η
τελειότερη στιγμή που έζησε. Ακόμη κι αν στα επόμενα δευτερόλεπτα το ωστικό
κύμα θα τους έκανε κομμάτια. Τη φίλησε ξανά.
Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026
February Playlist














