Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ ΙΙΙ

 

Κυριακή πρωί. Βυθισμένος στον καναπέ, ξεφυλλίζω τα ένθετα της κυριακάτικης εφημερίδας. Ποιος διαβάζει εφημερίδες σήμερα; Μερικοί συνταξιούχοι κι εγώ. Γιατί; Είναι ένα τελετουργικό νοσταλγίας· για μερικές ώρες αισθάνομαι πως βρίσκομαι ξανά σε καλύτερες εποχές. Ταυτόχρονα, είναι ένα καλό διάλειμμα από τις ψηφιακές ταχύτητες. Η μυρωδιά και η υφή του χαρτιού, το φυσικό περιβάλλον της ανάγνωσης. Δεν είναι φετιχιστικοί οι λόγοι· είναι η ανάγκη για επιστροφή στον πραγματικό ρυθμό του κόσμου.

Επιπλέον, η ανάγνωση της κυριακάτικης έκδοσης έχει ένα άρωμα πολυτέλειας, μια περιττή απόλαυση που φτιάχνει τη διάθεση. Όπως είπε και ο Oscar Wilde, μπορώ να στερηθώ τα αναγκαία, όχι όμως τα περιττά. Συνήθως αγοράζω δύο συγκεκριμένες εφημερίδες, εναλλάξ κάθε εβδομάδα. Πολύ σπάνια προτιμώ μια τρίτη. Πάντα με γοήτευαν τα ένθετα περιοδικά, η ποικιλία των θεμάτων· από εντελώς αδιάφορα μέχρι πραγματικά ενδιαφέροντα άρθρα. Δυστυχώς, ελάχιστα αξίζουν πλέον να τα διαβάσεις. Και παρά το ένα-δύο που παραμένουν αξιοπρεπή, το «Ε» της Ελευθεροτυπίας παραμένει το καλύτερο.

Αφήνω την εφημερίδα στην άκρη και ανοίγω ένα σκονισμένο κουτί. Ξεθάβω παλιές φωτογραφίες. Πόσο διαφορετική ήταν η σχέση μας με τη φωτογραφία πριν από 20 χρόνια; Το φιλμ και η εκτύπωση ήταν ακριβά. Βγάζαμε φωτογραφίες μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Κοιτάζω τις εικόνες κι αναρωτιέμαι αν είμαι πραγματικά εγώ· μοιάζουν με θραύσματα κάποιας άλλης ζωής, σε μια παράλληλη διάσταση.

Έχουν μια αθωότητα, έναν αυθορμητισμό  ή έτσι νομίζω. Το μυαλό έχει μουδιάσει από το τσουνάμι εικόνων που καταναλώνει κάθε μέρα. Κι όμως, τα ξεθωριασμένα χρώματα είναι πιο όμορφα· οι φωτογραφίες γερνούν κι αυτές, το χαρτί αναπνέει. Πλέον φωτογραφίζουμε εμμονικά, κυρίως τα πιο αδιάφορα πράγματα. Λες και η μνήμη μας δεν μπορεί να συγκρατήσει τίποτα και χρειαζόμαστε αποδείξεις ακόμη και για την πιο ασήμαντη ανάμνηση. Ειδικά το να φωτογραφίζεις φαγητά μού φαίνεται το πιο ηλίθιο πράγμα. Στερούμε από τις υπόλοιπες αισθήσεις το μερίδιο της ανάμνησης. Η αναπόληση είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι μοντάζ του μυαλού· δεν έχει σημασία αν οτιδήποτε συνέβη ακριβώς όπως το θυμόμαστε. Το μυαλό, το σώμα, η κάθε αίσθηση προσθέτει κι αφαιρεί κομμάτια. Το συναίσθημα ακόμη σιγοκαίει, κι αυτό είναι που μετράει.

 

«Λένε ότι, καθώς γερνάμε, οι ξεχασμένες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια επανέρχονται, ενώ την ίδια στιγμή η επαφή με το μεσαίο κομμάτι της ζωής μας εξασθενεί. Αυτό δεν μου έχει συμβεί ακόμη, αλλά μπορώ να φανταστώ πώς εξελίσσεται το φαινόμενο καθώς τα γηρατειά παίρνουν το πάνω χέρι. Ο νοητικός μας χώρος καταλαμβάνεται από ζωντανές σκηνές του παρελθόντος, ακολουθεί ένα μεγάλο κενό και, τέλος, παίρνει θέση ένα απτό, ασήμαντο παρόν καθώς επαναλαμβανόμενες ημέρες και επαναλαμβανόμενες περίοδοι σύγχυσης περνούν σαν διαβατάρικα σύννεφα. Με άλλα λόγια, η ζωή του καθενός μας θα συρρικνωθεί σε μια ιστορία με μια μεγάλη τρύπα στη μέση».

Τζούλιαν Μπαρνς - Αναχωρήσεις (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ. Κατερίνα Σχινά)

 


Ίσως κάποιοι να νιώθουμε αναλογικοί παίκτες σ’ έναν ψηφιακό κόσμο, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό. Το φιλμ παραμένει το πραγματικό δέρμα του χρόνου, με το φως και το σκοτάδι να είναι το αίμα που τρέχει μέσα του. Δεν είμαι κάποιου είδους λουδίτης· εκτιμώ αφάνταστα τον εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας. Η νοσταλγία είναι ένας ευχάριστος αντιπερισπασμός από το γεγονός ότι πλέον γερνάς, δεν μεγαλώνεις. Εδώ και χρόνια όλο λέω πως θα ασχοληθώ με την αναλογική φωτογραφία και δεν το κάνω ποτέ. Μου αρέσει να λέω στον εαυτό μου πως δεν είμαι έτοιμος, πως θα συμβεί όταν πρέπει.

Βλέπω ξανά την τελευταία μικρού μήκους ταινία που γύρισα. Παρατηρώ μόνο λάθη και παραλείψεις. Αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο. Γιατί δεν κράτησα τα χρήματα για να πάω διακοπές; Ξέρω την απάντηση. Γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αν δεν τη γύριζα, δεν θα άντεχα τον εαυτό μου. Είναι σχεδόν μια φυσική ανάγκη. Ακούγεται επιτηδευμένο και ελαφρώς ναρκισσιστικό, αλλά ποιος δημιουργός δεν είναι ματαιόδοξος, κι ας μην το παραδέχεται;

Ανεβαίνω στην ταράτσα. Η πανσέληνος αιμορραγεί το χλωμό φως της. Άραγε, σε ποιο σημείο πάνω στην ανατομία της πόλης κρύβεται ένα μέρος που περιμένει μια ιστορία να γεννηθεί; Το μελωδικό μουρμουρητό των δρόμων με γαληνεύει. Θυμάμαι μια φράση από το βιβλίο «Η τελευταία πνοή» του Luis Buñuel:

«Ο χρόνος δεν αλλάζει τα πράγματα. Ζεις τη ζωή εσωτερικά. Ταξίδια δεν υπάρχουν».

Πετάω το τσιγάρο και κατεβαίνω τις σκάλες.


Αντί φωτογραφίας

«Υπάρχει ένα πράγμα που μου έχει πει, το έχω αναφέρει κι άλλες φορές, αλλά μου έχει μείνει βαθιά χαραγμένο. Ήμασταν στο Πήλιο. Είχαμε σταματήσει κάπου ψηλά για να δούμε τη θέα. Δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήμουν, μικρή όμως. Και λέω: “Τι ωραίο, πρέπει να το φωτογραφίσει κανείς”. Και μου απαντά: “Όχι. Πρέπει να το θυμάται”. Αυτό μου έμεινε. Θυμάμαι, ας πούμε, την κόρη μου στην παιδική χαρά, ενάμισι έτους, με ένα σκουφάκι με δύο μπλε πον πον. Και το ξέρω, αυτή είναι μια εικόνα που πρέπει να τη θυμάμαι. Έχει αποτυπωθεί σαν κανονική φωτογραφία. Αργότερα, όταν άρχισα να ασχολούμαι και η ίδια με τη φωτογραφία, κατάλαβα ότι, ναι, κάποια πράγματα μπορείς να τα φωτογραφίσεις, αλλά δεν μπορείς να αποδώσεις την αίσθηση του να είσαι εκεί. Οπότε τώρα κάποιες εικόνες τις αφήνω να περάσουν. Διαλέγω να τις θυμάμαι».

Η Χλόη Ακριθάκη μιλάει για τον πατέρα της Αλέξη Ακριθάκη, συνέντευξη στην Καθημερινή.



Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες

Miracle Mile (1988)

Τετάρτη πρωί. Έφτασε στο γραφείο δέκα λεπτά πιο νωρίς. Κοιτούσε το πληκτρολόγιο με αηδία. Πώς θα περάσει η μέρα; Διάβασε μερικά άρθρα για ζέσταμα. Το τελευταίο ήταν ένα γεροντίστικο παραλήρημα με τίτλο «Η αποδόμηση της ελληνικής γλώσσας».

«Πλήθος βαρβαρισμών αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας. Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε τον πραγματικό κίνδυνο που διατρέχει η ελληνική γλώσσα...».

Αναγούλιασε. Τέσσερις ώρες μετά, σηκώθηκε και βγήκε έξω. Όσο κι αν προσπαθεί να κόψει το τσιγάρο, η νικοτίνη είναι η πιο πιστή ερωμένη. Το βλέμμα του κολύμπησε ανάμεσα στους περαστικούς. Την είδε να κατηφορίζει. Νεαρή ασκούμενη δικηγόρος, 25 ετών. Ξανθιά, καλλίπυγη, πάντα με δύο κουμπιά ξεκούμπωτα στο πουκάμισό της. Μια χαραμάδα στο σώμα της, ένας κρυμμένος ορίζοντας πιθανοτήτων. Αναρωτήθηκε αν το έκανε επίτηδες, αν ήταν μέρος της τακτικής της.

Πέρασε από μπροστά του. Άλλη μια μέρα που δεν βρήκε το θάρρος να της μιλήσει. Πέταξε το τσιγάρο κι επέστρεψε στο γραφείο. Η ηχώ του αρώματός της δεν τον άφηνε να δουλέψει. Υγρό πυρ που έκαψε κάθε στρέμμα υπομονής. Στον γυρισμό, αποφάσισε πως αύριο θα της έπιανε κουβέντα. Η νύχτα τον γέμισε προσδοκίες. Μικρές σκηνές, όπου η καθημερινότητα θα γινόταν λίγο πιο γλυκιά: να την περιμένει να σχολάσει, να ξυπνούν μαζί τις Κυριακές. Χαμογέλασε και προσπάθησε να κοιμηθεί.

Την επόμενη μέρα, ξύπνησε ευδιάθετος. Ανυπομονούσε να τη δει. Βγήκε για τσιγάρο πιο νωρίς. Ενώ χάζευε το κινητό του, έπεσε το σήμα και η σύνδεση με το ίντερνετ. Μετά τη δουλειά θα περνούσε από ένα κατάστημα να το κοιτάξουν. Σήκωσε τα μάτια και την είδε. Εκείνη τη στιγμή, κι ενώ εκείνη πλησίαζε, μια ακαταμάχητη αίσθηση επείγοντος πυρπόλησε τα σωθικά του. Λίγα μέτρα πριν περάσει από μπροστά του, μια έκρηξη τράνταξε το έδαφος. Δύο κτίρια πήραν φωτιά.

Χωρίς να το σκεφτεί, την έπιασε από το χέρι κι άρχισαν να τρέχουν. Οι δρόμοι έμοιαζαν με μυρμηγκοφωλιά που πλημμύρισε. Ένα ντόμινο εκρήξεων πίσω τους, κραυγές, θραύσματα τσιμέντου. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν. Ακόμη και τρομαγμένη, του φάνηκε τόσο όμορφη. Πρόσεξε ένα σταματημένο αυτοκίνητο με ανοιχτή την πόρτα του οδηγού. Μπήκαν μέσα, έβαλε μπροστά και πάτησε το γκάζι.

Δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Κοίταζαν πίσω τους τις φλόγες να σκεπάζουν τα πάντα. Έφτασαν στη θάλασσα. Βγήκαν από το αυτοκίνητο, κάθισαν στο καπό και παρατηρούσαν το φλεγόμενο χάος. Εκείνη σφίχτηκε πάνω του αντανακλαστικά. Το άρωμά της άπλωσε ρίγη στο δέρμα του. Χάζευαν την καταστροφή μαγεμένοι· τα ερείπια είχαν ένα είδος ποιητικής ακινησίας. Γύρισε προς το μέρος της, τα δάχτυλά του χάθηκαν μέσα στα μαλλιά της. Τον κοιτάζει με απελπισμένη τρυφερότητα.

«Ήθελα καιρό να σου μιλήσω».

«Και γιατί δεν το έκανες;»

«Φοβόμουν».

«Έπρεπε να περιμένεις το τέλος του κόσμου;»

«Ίσως να ήταν η κατάλληλη συγκυρία για να το κάνω».

Σκύβει και τη φιλάει. Εκείνη ξαφνιάζεται. Τα χείλη του χαϊδεύουν απαλά και διστακτικά τα δικά της. Ένα αργό, υγρό φιλί, ενώ στο φόντο λουλούδια καπνού ραγίζουν τον ορίζοντα.

«Και τώρα τι κάνουμε;»

Έμεινε να την κοιτάζει ζαλισμένος. Ευχήθηκε να μπορούσε να παγώσει τον χρόνο για πάντα·  ήταν η τελειότερη στιγμή που έζησε. Ακόμη κι αν στα επόμενα δευτερόλεπτα το ωστικό κύμα θα τους έκανε κομμάτια. Τη φίλησε ξανά.




Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ II

 


Είναι η Αθήνα ιδανική πόλη για γυρίσματα; Ναι και όχι. Εκ πρώτης όψεως, η αρχιτεκτονική ανομοιογένεια και η τσιμεντένια ασχήμιά της δεν βοηθάνε· προφανώς δεν είναι L.A. ή Νέα Υόρκη, ούτε καν Βαρκελώνη ή Άμστερνταμ. Με καλή έρευνα μπορείς να βρεις μέρη με κινηματογραφική γοητεία. Δεν υπάρχει κάποιο ανάλογο του Ennis House ή του 2nd Street Tunnel, όμως όλο κάτι θ’ ανακαλύψεις, αν ψάξεις προσεκτικά.

Συνειρμικά θ’ αναφέρω κάποια μαγαζιά και στενά στα Εξάρχεια και στου Ψυρρή. Κάποια τμήματα της Ποσειδώνος, ειδικά λίγο πριν ξημερώσει. Ίσως η Συγγρού. Όλα αυτά είναι πιθανές απαντήσεις στην ερώτηση αν μπορεί να γυριστεί ένα neo noir στην πρωτεύουσα. Ας αφήσουμε το budget στην άκρη, και τα γραφειοκρατικά, άδειες κτλ. Το πάρκινγκ στον σταθμό του Μετρό Χολαργός (νομίζω) είναι εξαιρετική επιλογή. Το ποσό που ζήτησαν για δέκα λεπτά γυρίσματος ήταν εξωφρενικό.

Σε μια παραγωγή μεγάλου μήκους δεν θα ήταν πρόβλημα. Σε μικρού μήκους, που κάθε ευρώ μετράει, ήταν αποτρεπτικό. Αρκετά με τη χαρτούρα. Τα noir και neo noir είναι το σύμπαν των εμμονών μου. Όπως είχε πει ο Paul Schrader, δεν είναι είδος, πιο πολύ ατμόσφαιρα. Η πολιτική ορθότητα της εποχής δεν είναι για το είδος. Κόσμοι και ιστορίες που φαινομενικά είναι άσπρο και μαύρο (φωτογραφικά, αλλά και δραματουργικά), ενώ κρύβουν μέσα τους όλες τις αποχρώσεις του γκρι.

Χαρακτήρες που ζουν μέσα στο αστικό φως, το οποίο λειτουργεί όπως το σκοτάδι, τους κρατάει φυλακισμένους μέσα στο ανώνυμο πλήθος. Θέλουν να περάσουν στην άλλη πλευρά της νύχτας, μέσα από το μαύρο, να γευτούν τα χρώματα της επιτυχίας. Συνήθως μέσα από το πράσινο του χρήματος, αποχρώσεις κόκκινου κραγιόν και νέον. Τα noir σπάνια έχουν happy end. Το τίμημα πάντα πληρώνεται στο τέλος.

Στα noir το καλό και το κακό είναι σχετικά. Το συνοψίζει ιδανικά ο Robert Mitchum στο εμβληματικό Out of the Past (1947):

Jeff: That's not the way to win.

Kathie: Is there a way to win?

Jeff: There's a way to lose more slowly.

Πίσω στους δρόμους. Το μοντάζ της μνήμης τούς κάνει καλύτερους από όσο τους θυμάμαι. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι διατηρούν τη σαγήνη τους. Ίσως κρατάει ακόμα το άρωμα της μνήμης που τους πότισε. Θέλω πολύ να τραβήξω την Αθήνα, όπως ο Mann το Λος Άντζελες. Δεν έχω το ταλέντο ή το budget του, όμως μπορώ να ονειρεύομαι.

Ο μετρονόμος της βροχής πάνω στο παράθυρο είναι ο πιο γλυκός ήχος, μαζί με τα κύματα. Σαν κρουστά που δίνουν ρυθμό στο πληκτρολόγιο. Χαζεύω συνεντεύξεις του Orson Welles. Σε ένα βίντεο-ομιλία σε Γάλλους φοιτητές, τέλη ’60, συμβουλεύει τους νέους σκηνοθέτες. Σε ελεύθερη μετάφραση, τους λέει να μη βλέπουν πολλές ταινίες, να μη ρυπαίνουν το μυαλό τους με εικόνες. Να τις ανακαλύψουν από την αρχή.

Έχοντας μεγαλώσει με την αντίθετη λογική —αδόκιμα, ας το πούμε, το δόγμα Tarantino ή και Melville— καταλαβαίνω τι θέλει να πει. Θα είχε τρομερό ενδιαφέρον αν ο Welles ήταν σήμερα ζωντανός. Με την ψηφιακή τεχνολογία θα μπορούσε να γυρίσει όλα όσα ήθελε, με λιγότερα χρήματα και χωρίς τα στούντιο να πετσοκόβουν τα φιλμ του. Είναι αδύνατον σήμερα να μη μολυνθεί το μυαλό από χιλιάδες εικόνες.

Τα social media μοιάζουν με παζάρια. Πολλή φασαρία, απάτες, υπερπροσφορά ναρκισσισμού που δεν καλύπτει τη ζήτηση επικοινωνίας. Σίγουρα θα υπάρχουν θησαυροί, αλλά πόσους τόνους σκουπίδια μπορούν ν’ αντέξουν τα εγκεφαλικά κύτταρα μέχρι να βρεις χρυσό; Χρυσόψαρα μέσα στη γυάλα της οθόνης τους, που προσπαθούν να πείσουν —πρώτα τον εαυτό τους— πως είναι ωκεανός. Χάμστερ που τρέχουν στον τροχό των likes, επαίτες λίγης επιβεβαίωσης.

Αρκετά με το κήρυγμα. Σκέφτομαι ξανά τους δρόμους και τα στενά της πόλης. Πού θα γύριζα τι. Πλάνα γλιστρούν στους νευρώνες, η μνήμη πασχίζει να κεντρίσει τα G-spots της έμπνευσης με το ιδανικό soundtrack. Γιατί να μην έχουμε λεφτά να γυρίσουμε με φιλμ; Όχι για φετιχιστικούς λόγους. Το φιλμ παραμένει το πραγματικό δέρμα του κινηματογράφου· το φως και οι σκιές τρέχουν μέσα στις φλέβες του, δίνοντας ζωή στα όνειρα και τις εμμονές. Δεν υποτιμώ το ψηφιακό· δεν φταίει το μέσο, αλλά αυτοί που το χρησιμοποιούν. Η νετφλιξοποίηση των πάντων είναι τόσο βαρετή.

Δεν μιλάω ελιτίστικα, απλά λείπει η ποικιλομορφία. Η ομογενοποίηση είναι το υγρό όνειρο του καπιταλισμού. Οι γευστικοί κάλυκες κάθε αίσθησης έχουν μουδιάσει από το πλαστικό. Τι προτείνει ο σεφ για να καθαρίσει ο ουρανίσκος μας; Ταινίες από τη δεκαετία του ’60 και πιο πίσω. Το Charade, το The Apartment. Σίγουρα κάτι ασπρόμαυρο. Ένα film noir —όχι τα κλασικά— κάποιο υποτιμημένο, όπως τα Nightfall, The Harder They Fall ή το γαλλικό Honour AmongThieves. Αφεθείτε στον ρυθμό των διαλόγων. Καθαροί, κοφτοί, πάντα ουσιαστικοί. Αφήστε το κοντράστ και τις σκιές να ξεπλύνουν από τα μάτια τα υπερκορεσμένα χρώματα και την οπτική ρύπανση.

Ξημερώνει. Βουλιάζω στο κρεβάτι. Υπάρχουν σκηνές που θέλεις να γυρίσεις, για να σου θυμίζουν κάτι που έζησες. Μια απελπισμένη προσπάθεια να αναπαράγεις ξανά και να εμφιαλώσεις κάτι από το άρωμα και τη γεύση της ανάμνησης. Η μνήμη και η ζωή θα είναι πάντα οι καλύτεροι σκηνοθέτες και σεναριογράφοι.



Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες

Point Blank

Κάποιος με παρακολουθεί. Δεν τον είδα, μα νιώθω την παρουσία του παντού. Ένα ψυχρό ρεύμα αέρα εισβάλλει σε κάθε χώρο, γδέρνει το δέρμα μου στο πέρασμά του. Μια δυσοίωνη μουτζούρα στην άκρη των ματιών μου, μόλις γυρίσω το βλέμμα μου, δεν είναι εκεί. Όταν βρέχει, μπορώ να διακρίνω το περίγραμμα της σιλουέτας του, να γλιστράει ανάμεσα στις σταγόνες. Μισός ξεφτισμένη σκιά· μισός ομίχλη. Φευγαλέα, για μια στιγμή, είδα τα μάτια του· κρατήρες που από μέσα τους, χύθηκε όλο το σκοτάδι του σύμπαντος.

Κύματα ψιθύρων με κυνηγούν, παγωμένες ανάσες θαμπώνουν τις οθόνες. Κάποιες νύχτες, τον παρατηρώ να διασχίζει τα όνειρά μου. Σαν κομπάρσος που αποφάσισε να αυτοσχεδιάσει και να κλέψει τη σκηνή. Ανοίγει την ομπρέλα του, ανθίζει σαν πύρινο λουλούδι. Αιωρείται αργά. Προσπαθώ να του ξεφύγω, να τον αγνοήσω, αλλά είναι πάντα εκεί. Πέντε βήματα μπροστά, πέντε πίσω. Δεν ξέρω τι θέλει.

Απόψε αποφάσισα να του μιλήσω. Τον πλησίασα σε ένα μέτρο. Τον ρώτησα το όνομά του· δεν απάντησε. Καθίσαμε στο τραπέζι. Πήρε ένα τσιγάρο. Κάθε εισπνοή καπνού ζωγράφιζε διαφορετική εικόνα στο περίγραμμα του προσώπου του. Σαν τοίχος που πέφτει το φως από προτζέκτορα, κουρελιασμένα κομμάτια παζλ αναβοσβήνουν στη διαφανή μάσκα του. Σμήνη πουλιών που κάθονται σε σύρματα μεταμορφώνονται σε νότες, σε τρύπες από σφαίρες που ακόμα καπνίζουν, σε κλειδαρότρυπες όπου αλλόκοτα μάτια με κοιτάζουν.

Έσβησε το τσιγάρο και σχημάτισε με το δάχτυλό του κάτι πάνω στις στάχτες. Μέχρι να καταλάβω τι έγραψε, εξαφανίστηκε. Ο άνεμος σκορπίζει τις στάχτες. Ξαπλώνω στον καναπέ, επεξεργάζομαι τι συνέβη. Στους διαδρόμους των κυττάρων μου αντηχεί ένας στίχος του Νερούδα:

Ίσως εσύ να διέσχισες με μαχαίρι τη μαύρη κραυγή της νύχτας.

Δεν ξέρω γιατί αυτές οι λέξεις στροβιλίζονται μέσα μου. Σπέρνουν λάμψεις, ραγισμένα αντιφεγγίσματα αναμνήσεων και ονείρων. Αποκοιμήθηκα. Βουλιάζω στο στομάχι του τέρατος. Οι μηχανές βρυχώνται τα τραγούδια τους. Βουλιάζω, σε μια σταγόνα κόκκινη· δεν ξέρω αν είναι αίμα. Η σταγόνα πάλλεται, γίνεται υδάτινη άβυσσος και ταυτόχρονα δάκρυ. Επιπλέω ανάμεσα στα σύννεφα. Οι κεραυνοί ακούγονται σαν ορχήστρα που κουρδίζει τα όργανα της. Οι αστραπές μου δένουν τα μάτια. Μεταξένιες θηλιές σε κάθε αίσθηση.

Το υγρό χάος της καταιγίδας με αγκαλιάζει σαν μήτρα.



Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ

 

Χαράζει. Το Άμστερνταμ πίσω μου μοιάζει με υπερωκεάνιο που βουλιάζει αργά. Ο δρόμος είναι άδειος. Η μουσική δίνει ένα άρωμα κινηματογραφικής απόδρασης στη διαδρομή, ενώ οι εικόνες έξω από τα τζάμια λιώνουν μέσα στη βροχή. To νησί Texel είναι μακριά. Σταματάω για βενζίνη και καφέ. Το μέρος είναι σχεδόν άδειο. Η σερβιτόρα υπνοβατεί. Υπολογίζω τις αποστάσεις. 50 χιλιόμετρα ακόμα.

Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Ο ρυθμός της βροχής με κρατάει ξύπνιο. Οι αστραπές φωτίζουν διάφορα κομμάτια της ανατομίας του χάρτη. Περνάω μικρές πόλεις και χωριά. Έχω μέρες να τραβήξω φωτογραφίες, υποτίθεται αυτός είναι ο σκοπός του ταξιδιού. Η δημιουργία ενός βιβλίου, κάτι μεταξύ μυθοπλασίας, ταξιδιωτικού ημερολογίου και λευκώματος. Ζήτημα αν έχω βγάλει δέκα φωτογραφίες μέχρι τώρα. Δε με πειράζει. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου, πως σε αυτό το ταξίδι, τίποτα δε θα γίνει προγραμματισμένο, θ' ακολουθήσω το χάος του ενστίκτου.

Φτάνω στο λιμάνι. Η διαδρομή είναι 20 λεπτά. Ο ήλιος ραγίζει τα φτερά της συννεφιάς. Λίγο πριν το καράβι δέσει, το βροχερό πρωί έχει ανθίσει σε ηλιόλουστο μεσημέρι. Φτάνω στο φάρο, ανεβαίνω αργά τα σκαλιά. Αισθάνομαι παράταιρος, σαν να εισέβαλλα σε πίνακα ή καρτ ποστάλ. Στην κορυφή του φάρου, οι αισθήσεις ξεπλένονται από κάθε περιττό, από την υπερκατανάλωση πληροφορίας. 

Η όραση γαληνεύει με το μινιμαλιστικό τοπίο, βαδίζει απαλά στην άμμο, αγκαλιάζει τις σημαίες των αφρισμένων κυμάτων. Η ακοή επιπλέει ανάμεσα στους ψιθύρους του ανέμου και της θάλασσας. Βαθιά εισπνοή. Η ανάσα του χειμώνα με ξυπνάει ολοκληρωτικά. Γλυκό κρύο τρυπώνει στα ρούχα μου. 

Όσο μακριά κι αν φύγεις από το σπίτι, το μυαλό λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Κάποια ταξίδια είναι μια διαδικασία καθαρισμού του ουρανίσκου, να επαναφέρεις τους γευστικούς κάλυκες μυαλού και σώματος. Όπου κι αν βρεθώ, κάνω ρεπεράζ, location scouting, για ταινίες που δε θα γυρίσω ποτέ. Δεν πειράζει, η ομορφιά της ανακάλυψης είναι αρκετή. Τι θα μπορούσα να γυρίσω εδώ; Μια ιστορία αγάπης, ίσως με μεταφυσικές πινελιές.

Το Ναυτικό Μουσείο μοιάζει με τεράστια καλύβα. Μπαίνω διστακτικά. Οι μινιατούρες καραβιών είναι χαριτωμένες, δραπέτες από ιστορίες πειρατών. Το εθνικό πάρκο είναι ακόμη καλύτερο μέρος για γύρισμα. Αμμώδης περιοχές, μικρά τμήματα που θυμίζουν έρημο. Σκηνές western ξετυλίγονται στους νευρώνες, ψάχνω το κατάλληλο soundtrack. Βυθίζω το χέρι μου στην άμμο, την αφήνω να γλιστρήσει αργά μέσα από τα δάχτυλα μου. Η μεταξένια υφή με χαλαρώνει. 

Η πόλη είναι σαν κατασκευή Lego. Πολύχρωμα σπιτάκια, μικροί δρόμοι. Νοικιάζω δωμάτιο. Αφήνω την τσάντα και κάνω μπάνιο. Βάζω χαμηλά μουσική και ξαπλώνω στο κρεβάτι. Η λευκή σελίδα μπροστά μου με κοιτάζει με αμηχανία, σαν εραστές που προσπαθούν να ξυπνήσουν τη χαμένη οικειότητα. Πάνε χρόνια που έχω να γράψω σε χαρτί. Τρεις παράγραφοι είναι μια καλή αρχή. Ίσως βγάλω φωτογραφίες το απόγευμα, όταν θα γλυκάνει το φως. Αφήνω το τετράδιο δίπλα μου, η μουσική από το κινητό με νανουρίζει.

Το φαγητό δεν με τρελαίνει, αλλά κάτι πρέπει να φας. Κατηφορίζω στην παραλία. Πάνω στη γκρίζα άμμο, μια σειρά από λευκά και γαλάζια σπιτάκια, χώροι για ν' αλλάξεις ρούχα. Άλλη μια περιοχή που θυμίζει παιχνίδι. Το καλοκαίρι πρέπει να είναι ωραία στο νησί. Περιμένω να πέσει ο ήλιος, τραβάω μερικές φωτογραφίες. Τίποτα ενδιαφέρον, απλά ζέσταμα. Περπατάω κατά μήκος της θάλασσας. 

Σε μέρη σαν το Texel (προφέρεται Τέσελ), επαναπροσδιορίζεις το ρυθμό του χρόνου στα κύτταρα σου. Το λες και επαναφορά εργοστασιακών ρυθμίσεων. Δεν έχουμε φτιαχτεί για μεγαλουπόλεις και ψηφιακούς χρόνους. Το μυαλό κάνει συνεχώς σπριντ, το σώμα μαραθώνιο, είμαστε συνεχώς εξαντλημένοι. Αισθήσεις μαραμένες, από τα πολλά πρέπει, από την υπερβολική δόση εμπειριών, τόσες πολλές και τόσο γρήγορα, που δε μένει κάτι. Δυσπεψία από την υπερκατανάλωση των τίποτα και των σχεδόν.

Αρκετή υπερανάλυση για σήμερα, επιστρέφω στο δωμάτιο μου. Τελικά μια δύο λήψεις αξίζουν. Τι τίτλο να βάλω σε αυτό το κεφάλαιο; Θα βρεθεί στην πορεία.  Ρίχνω μια ματιά στα νέα. Όσο διαβάζω ειδήσεις, ένα απόσπασμα από το Polaroids from the Dead του Douglas Coupland, παίζει στο μυαλό μου σε λούπα.

"Two identical parties competing against each other with no alternatives—it’s like the Disney version of democracy. How do you fight a cartoon?"

Σηκώθηκα νωρίς το απόγευμα, σεργιανίζω στην παραλία. Χαζεύω το beachcomping. Τι είναι αυτό; Σύμφωνα με την A.I., είναι η δραστηριότητα της εξερεύνησης της παραλίας για τη συλλογή αντικειμένων που ξεβράζει η θάλασσα, όπως κοχύλια,), ξύλα, πέτρες, ή ακόμα και ανθρώπινα σκουπίδια και απομεινάρια, με στόχο την εύρεση "θησαυρών" για συλλογή, χειροτεχνία, ή για περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση.

Παρατηρώ τα πρόσωπα γύρω μου, άνθρωποι κάθε ηλικίας. Γελαστοί, σκάβουν την άμμο. Δεν έχει σημασία το αν θα βρουν κάποιο χαμένο θησαυρό. Η αξία της ανακάλυψης όπως ανέφερα. Αυτό, και η δυνατότητα -έστω για μερικές ώρες- να θυμηθείς την παιδική περιέργεια, τη φαντασία να δημιουργήσεις ιστορίες από το μηδέν. Πότε ήταν η τελευταία φορά, που σας έφτιαξε τη διάθεση, και άναψε το φιτίλι της φαντασίας σας, ένα κοχύλι;

Τραβάω μερικές φωτογραφίες, βάζω τη μηχανή στην τσάντα και σκαλίζω την άμμο, για να βρω το δικό μου μερίδιο στο θησαυρό. Επιστρέφω στο δωμάτιο με λάφυρα μερικά κοχύλια. Ανάμεσα τους, ένα όμορφο όστρακο. Ξαπλώνω στον καναπέ, το βάζω πάνω στο τραπέζι. Το φως του δειλινού ζωγραφίζει ένα παραμυθένιο φωτοστέφανο γύρω του. Αποκοιμήθηκα, προσπαθώντας να σκεφτώ μια ιστορία.

Την επόμενη μέρα, έκανα το γύρο του νησιού, με μικρές στάσεις. Θα μπορούσα άνετα να μείνω εδώ. Αν και είμαι μεγάλος για να μάθω ολλανδικά. Γιατί ακριβώς ταξιδεύουμε; Ποια είναι πραγματικά τα ταξίδια που κάνουν τη διαφορά; Μια επιδερμική επίσκεψη σε κάποιο μέρος, για λίγες μέρες, για μερικές φωτογραφίες και stories εκεί που πάνε όλοι, μοιάζει αποκρουστική. Για να γευθείς ένα μέρος, πρέπει να μείνεις όσο χρειαστεί, να συντονιστείς με τους ρυθμούς του. Κάποιος έγραψε, πως μαθαίνεις πραγματικά μια πόλη, όταν ερωτευτείς εκεί.

Πιθανόν να έχει δίκιο, αλλά αυτή είναι μια πολυτέλεια που δεν έχω χρήμα, χρόνο και αντοχές για να τη διεκδικήσω. Φεύγουμε μακριά, γιατί η γλυκόπικρη ρουτίνα γίνεται στυφή, χάνει κάθε υποψία γεύσης και μυρωδιάς. Ψάχνουμε στα στρέμματα του χρόνου, αποθέματα νοσταλγίας, για κάτι καινούργιο, διαφορετικό και ταυτόχρονα οικείο. Αρκετά φλυάρησα. Η πρόζα πρέπει να καίει ή να πνίγεται, έγραψε ο Octavio Paz. Αυτό το κείμενο βρίσκεται κάπου ανάμεσα, γυρεύει φλόγα, να κάψει, να ζεστάνει, να φωτίσει. Ή αχαρτογράφητα νερά, να ξεπλυθεί από τις στάχτες της καθημερινότητας.

Αφήνω πίσω μου το Texel με την προσδοκία πως θα ξανασυναντηθούμε. Χάνομαι στο κουβάρι της νύχτας. 




Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Best Of 2025

 


Movies

F1
Sinners
Follemente
Roofman
Reflection in a Dead Diamond 
Sisu: Road to Revenge
Wick Is Pain
Relay
Weapons
A Samurai In Time
Sentimental Value
Becoming Zeppelin
Nuremberg 
Dracula A Love Tale
Its Never Over Jeff Buckley
John Candy I Like Me
Good Fortune
The Shrouds
Ballerina
Riefenstahl



Honorable Mention
Frankenstein
Caught Stealing 
Play Dirty
The Gorge
Cover Up
Karate Kid Legends


TV Series
Pluribus
Mr. Scorsese
Poker Face
Task
The Studio
Celtics City
Tulsa King
Stranger Things



Music
Robert Plant - Saving Grace
Bambara - Birthmarks
Myth Carver - Twist Of Fate EP
Bone Church - Deliverance
Hans Zimmer - F1 The Album
Sabrina Carpenter - Man’s Best Friend
The Night Flight Orchestra - Give Us The Moon
Rainyard - Powerslide
Ludwig Göransson - Sinners OST
The Hellacopters - Overdriver
Teaser Sweet - Night Stalker
Vigilhunter - Vigilhunter
Oneohtrix Point Never - Tranquilizer 
Messa - The Spin 
Mon Laferte - FEMME FATALE 


Honorable Mention
Luvcat Vicious - Delicious
Patty Griffin - Crown of Roses
Kramer & Pan American - Interior of an Edifice Under the Sea
Holly Golightly - Look Like Trouble
The Delines - Mr. Luck & Ms. Doom
Bartees Strange - Horror

Bonus Track

Spotify Playlist