Βενετία 2023
Αυτή η πόλη είναι μια γυναίκα που ξυπνάει μετά τη δύση.
Τη μέρα κρύβεται πίσω από τις σκιές των κτιρίων της και τα νερά. Μόλις
νυχτώσει, η ανατομία του κορμιού της λάμπει στα φώτα, στις αντανακλάσεις.
Μπορείς ν’ ακούσεις την ανάσα της να ποτίζει τα στενά, τους ψιθύρους της να
περιπλανιούνται ανάμεσα στις γόνδολες. Περπατάει μέσα στο πλήθος, παρατηρεί τις
μάσκες. Γιατί ήρθε, τι ψάχνει; Να απαλλαγεί, έστω και για λίγο, από τις σαθρές
σταθερές της ρουτίνας του; Λαχταράει να σκορπίσει στην ανωνυμία, να γίνει η μάσκα
το καινούργιο πρόσωπο.
Τα αυτιά του ακόμα βουίζουν. Μπήκε στο πρώτο μαγαζί που
βρήκε, πήρε ένα ποτό και κατέρρευσε στον καναπέ. Τα ρούχα του μουλιασμένα από
ιδρώτα· στο σώμα του οι χτύποι αντηχούν σαν βόμβες. Πίνει ένα ποτήρι νερό
απνευστί, παίρνει βαθιά ανάσα και κοιτάζει έξω. Το καρναβάλι συνεχίζεται. Ένα
κύμα διονυσιασμού σαρώνει κάθε στενό. Μια παρέλαση σκιών, δαιμόνων και
σειρήνων. Η μουσική ξεκινά από τα λικνιζόμενα σώματα. Μπορεί η θερμοκρασία να
είναι στους 13 βαθμούς Κελσίου, όμως ανάμεσα στο πλήθος νιώθεις το τροπικό κλίμα
να εισβάλλει στα κύτταρά σου· μια αλλόκοτη, μεθυστική υγρασία να αλώνει κάθε
άμυνα.
Σηκώνεται και κάθεται στην μπάρα. Ο μπάρμαν τον κοιτάζει,
μειδιά και τον κερνά ένα σφηνάκι. Πιάνουν την κουβέντα. Του μιλά για τους
κατασκευαστές μασκών (mascherari), πως παλιά ήταν μια συντεχνία με τους δικούς
της κανόνες. Του περιγράφει πως οι μάσκες, τα υφάσματα, ακόμη και τα χρώματα
όριζαν την ταξική ιεραρχία. Του δίνει μια χρυσή κάρτα, πρόσκληση για ένα
ιδιαίτερο event.
Περπατά αργά, ψάχνει τη διεύθυνση. Λίγα μέτρα πριν από την είσοδο βρίσκει μια μάσκα πάνω σε μια σκάλα. Τη φοράει και μπαίνει στο κτίριο. Δείχνει την κάρτα. Το μέρος μοιάζει να υπάρχει σε μια ξεχωριστή, ιδιωτική διάσταση. Κατεβαίνει στο υπόγειο. Νέον υπογραφές στους τοίχους, μουσική παράξενης τελετουργίας. Αισθάνεται πως παγώνει και καίγεται ταυτόχρονα. Οι χορευτές σκορπίζουν στον ιδρώτα κάθε αμφιβολία. Ίσως, υποσυνείδητα, να γνωρίζουν κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούν. Χορεύουν πάνω στα σύνορα ανάμεσα στο παρόν και το μέλλον. Το ξέρουν: απαγορεύεται το πέρασμα στο αύριο· χορεύουν μέχρι τελικής πτώσης, σαν δερβίσηδες. Μέχρι να ζαλιστεί ο κόσμος και να πέσει. Ψάχνουν σπινθήρες που θα βάλουν φωτιά στη νύχτα.
Ο μετρονόμος της ζούγκλας ελέγχει πλέον τις σωματικές
λειτουργίες. Τα ρούχα υποχωρούν από το βάρος της έντασης, ραγίζουν αργά σαν
τσόφλι. Συντονίζεσαι με τους υπόλοιπους· ο καθένας χορεύει τον δικό του χορό,
μα από μακριά το πλήθος μοιάζει με ένα κορμί. Τι ψάχνεις; Ή μήπως θέλεις να
χαθείς; Από ποιον; Από τον εαυτό σου; Κοιτάζει τον κόσμο εξαντλημένος. Θέλει να
σηκωθεί και να χαθεί μέσα του. Ζαλίζεται· μια αίσθηση κενού τον τρομάζει και
τον γοητεύει. Ένα χέρι γλιστρά στον ώμο του· φορά μια χρυσή μάσκα και μωβ
αμφίεση, το χαμόγελό της αφοπλίζει τις αντιρρήσεις του. Χορεύει σαν φλόγα, το
άρωμά της ξεπλένει την κούραση και την ανία από πάνω του.
Δεν ξέρει τ’ όνομά της, ούτε καν αν είναι όμορφη πίσω από
το προσωπείο. Δεν έχει σημασία. Τον τραβά από το χέρι, ανεβαίνουν στην ταράτσα.
Οι αισθήσεις λιώνουν μέσα στο υγρό σκοτάδι. Δάχτυλα και χείλη προσπαθούν να γαντζωθούν
σε μια αιωνιότητα, ακόμη κι αν αυτή λήξει την αυγή. Η χροιά της, κάτι ανάμεσα
σε θρόισμα φύλλων και κύματος.
«Αυτό που γίνεται από έρωτα, συμβαίνει πάντα πέρα από το
καλό και το κακό».
Για μερικές ώρες, οι αόρατες ραφές της πραγματικότητας ξηλώθηκαν. Οι πιθανότητες δραπέτευσαν από τα κελιά της λογικής. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί.
Διηγήματα
εμπνευσμένα από τραγούδια
Most Of The Time
(Bob Dylan)
Παρέμενε ασάλευτος. Το βλέμμα προσηλωμένο στη μαύρη
οθόνη, στο αχνό περίγραμμα της μορφής του. Η αλλαγή της ώρας του προκαλεί
εκνευρισμό· απεχθάνεται το ότι βραδιάζει πιο αργά. Πάντα ένιωθε πιο ασφαλής
κάτω από τα πέπλα της νύχτας. Σέρνεται μέχρι το μπαλκόνι. Τελευταίο τσιγάρο.
Πεθύμησε λίγο αλκοόλ· μόνο αυτό μπορεί να σωπάσει τη χορωδία των απωθημένων που
τριγυρίζει στα στενά των αισθήσεων.
Παρατηρεί την απέναντι πολυκατοικία. Κόκκινο φως στο
μπαλκόνι του τρίτου, κίτρινο στο δεύτερο, απαλό μπλε στην κρεβατοκάμαρα του
πρώτου. Για νιοστή φορά ευχήθηκε να ζούσε—έστω για λίγο—μια άλλη ζωή, σαν ρεπό
ή διακοπές. Μια νύχτα στο κόκκινο φως, την επόμενη στο γαλάζιο. Δεν ήταν
δυστυχισμένος, αλλά ούτε και ευτυχής. Αισθανόταν πως περιμένει κάτι που δεν θα
έρθει ποτέ ή, κι αν εμφανιστεί, δεν θα είναι γι’ αυτόν.
«Τι σημασία έχει;» σκέφτηκε. Πέταξε το τσιγάρο και μπήκε
στο διαμέρισμα. Δεν είχε διάθεση να δει ταινία ή σειρά, ούτε να διαβάσει.
Σκάλισε τους δίσκους του, ψάχνοντας μια σπίθα έμπνευσης. Η βελόνα φίλησε το
βινύλιο· τα σκρατς από τα ηχεία τον ανατρίχιασαν. Πόσα χρόνια είχε να βάλει
δίσκο στο πικάπ; Τα λεπτά του τραγουδιού τον μετέφεραν σε μια άλλη εποχή, πιο
απλή ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε. Μια εποχή αναλογική: όσα αγαπούσε είχαν υλική
μορφή· η μουσική, τα περιοδικά, οι ταινίες.
Ράφια γεμάτα δίσκους, CD, βιντεοκασέτες, βιβλία, κόμικς,
κουτιά και άλμπουμ φωτογραφιών. Τώρα πια, όλα είναι φαντάσματα μέσα στις οθόνες·
φάκελοι σε σκληρούς δίσκους. Μας κακόμαθε η τεχνολογία: όλα βρίσκονται σε
απόσταση μερικών clicks. Κάτι που δεν συμβαίνει με την πραγματική ζωή κι αυτό
μας θλίβει· μονίμως ανικανοποίητοι και ταυτόχρονα κορεσμένοι.
Έβαλε ξανά το ίδιο τραγούδι και κατέβασε από το ράφι ένα
κουτί με φωτογραφίες. Δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τον εαυτό του τριάντα χρόνια
πριν. Σαν να έβλεπε flashback σε ταινία. Ποιος ήταν, στα αλήθεια, τότε; Τι
ήθελε, τι ονειρευόταν; Αν μπορούσε να συναντήσει τον νεότερο εαυτό του και να
του πει πώς θα εξελιχθεί τρεις δεκαετίες μετά, ποια θα ήταν η αντίδρασή του;
Έκπληξη; Απογοήτευση;
Το βλέμμα του στάθηκε στην τελευταία φωτογραφία. Δεν
θυμάται το μέρος. Τα χρώματα της θάλασσας και του ορίζοντα, ξεπλυμένα. Κλείνει
τα μάτια· η ηχώ των κυμάτων στάζει από τα ηχεία. Βουλιάζει αργά στον καναπέ.
Θυμήθηκε μια φράση που γαλήνευε το σκοτάδι μέσα του:
«Η αληθινή ευτυχία βρίσκεται μόνο στις αναμνήσεις και
στις ελπίδες, και οι ελπίδες κάποτε δεν είναι άλλο από τα αντιφεγγίσματα των
αναμνήσεων…»
Αφέθηκε, ανάμεσα στην άμπωτη της μνήμης και την πλημμυρίδα του τραγουδιού. Ίσως να είχε ακόμη μερικά αξέχαστα καλοκαίρια μπροστά του. Ίσως αυτό που περιμένει να μην τον προσπέρασε, απλώς δεν βρέθηκε το ιδανικό σημείο συνάντησης. Μπορεί να είναι κάποιο νησί. Ή κάποιο στενό μέσα στην πόλη. Σε ένα βιβλιοπωλείο, έξω από ένα σινεμά. Τα μάτια του μισόκλεισαν· κάπου μακριά, ένα κύμα έσκαγε ξανά και ξανά, ηχώ μιας υπόσχεσης. Το τραγούδι τελείωσε. Η βελόνα συνέχισε να γυρίζει στο κενό.














