Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ VI

 

Κάπου στην Εύβοια


Μεσημέρι Αυγούστου· ανάμεσα στη γλυκιά εξάντληση από το μπάνιο, τη νύστα και την πλήξη. Θέλω να μηρυκάσω όλες τις μπαγιάτικες κοινοτοπίες περί καλοκαιριού, όμως φέτος, ίσως για πρώτη φορά, δε βρίσκω τις λέξεις και κυρίως τη διάθεση. Δυστυχώς αγαπητέ Καμύ, το καλοκαίρι είναι αήττητο. Η ζέστη, ειδικά στην Αθήνα, είναι ανίκητη.

Μάλλον γερνάω, γιατί λαχταρώ να έρθει ο χειμώνας. Δεν αντέχω άλλο, να κοιμάμαι με κλιματισμό, να ξυπνάω σαν κατεψυγμένη μπριζόλα, να πονάει το άθλιο σάρκιο μου, σε σημεία που δε φανταζόμουν ποτέ, πως μπορεί να πάθεις ψύξη. Αφορμές για γκρίνια μίζερου μεσήλικα. Παρατηρώ τη θάλασσα· το θρόισμα των κυμάτων είναι από τ' αριστουργήματα της φύσης. Το άρωμα της παλίρροιας, λυτρωτικό χάδι. Σε ξεφυλλίζει, αφαιρεί τα περιττά από το μυαλό και το σώμα, ξεδιψάει την ακοή, υφαίνει μια μεθυστική αρμονία με τη σιωπή.


"Ο κόσμος συνήθως συγχέει τις προθέσεις με τ' αποτελέσματα. Νομίζει ό,τι αρκεί να' χεις καλά αισθήματα για να κάνεις καλή ποίηση. [...] Και χειροκροτούν με καλή πίστη όπου βρίσκουν τις λέξεις "δίκιο" ή "ελευθερία" είτε για μεγάλη ποίηση πρόκειται είτε για πεζολογική φλυαρία. [...] Κακά τα ψέματα, όταν οι ιδέες είναι που βαρύνουν σε μια ποίηση κι όχι ο τρόπος που διατυπώνονται οι ιδέες, σημαίνει ότι οι βάρβαροι έφτασαν".
Οδυσσέας Ελύτης,  «Συν τοις άλλοις: 37 συνεντεύξεις» , εκδόσεις  Ύψιλον.

Το μέρος δεν είναι Καραΐβική ή κάποιο νησί. Παρ' όλα αυτά, το να βρίσκεσαι μακριά από τη φυλακή της πρωτεύουσας είναι ευτυχία. Την αγαπώ την Αθήνα, αλλά έχει ελαττώματα (για να το πω κομψά), που πλέον δεν αντέχω. Πρώτα απ' όλα τη φασαρία. Η ηχορρύπανση -κάθε είδους- μ' εξαντλεί. Γυρίζω τις σελίδες από το βιβλίο που κάνω πως διαβάζω. Κοιτάζω τη φωτογραφική μηχανή. Πάλι λέω στον εαυτό μου, πως δεν τράβηξα ούτε μια φωτογραφία της προκοπής.

Βγαίνω από το σπίτι, κατεβαίνω στην παραλία. το κύμα φιλάει τα πόδια μου, γλυκιά ανατριχίλα. Πέφτω με τα ρούχα. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, αυτή η βουτιά είναι πιο απολαυστική από εκείνη πριν λίγες ώρες. Γιατί; Ίσως γιατί έκανα αταξία· παρέκαμψα το πρέπον. Σκέφτομαι, πόσο ανακουφιστικό θα ήταν, στην καθημερινότητα μας, να είχαμε μικρές ευκαιρίες ανυπακοής και σκανδαλιάς. Μικρές βαλβίδες αποσυμπίεσης μέσα στην ατελείωτη θητεία της ρουτίνας.

Ως συνήθως, σκέφτομαι με όρους ρομαντικής κομεντί. Ξαπλώνω στη σκιά. Ο ορίζοντας είναι το ιδανικό εναρκτήριο κάδρο. Το soundtrack μπαίνει αργά, σβήνει απαλά τον ψίθυρο των κυμάτων. Μια γυναίκα μπαίνει στο κάδρο, από τα δεξιά. Περπατάει προς τη θάλασσα. Αφού μπει, ένας άνδρας τρέχει - μπαίνει αριστερά στο κάδρο- και βουτάει. Μεσαίο· παίζουν, αγκαλιάζονται, φιλιούνται με πάθος. Που καταλήγει η σκηνή; Ίσως σε μια παραλλαγή του ίσως ωραιότερου κινηματογραφικού φιλιού·  μεταξύ Burt Lancaster και  Deborah Kerr στο From Here to Eternity.

Και καταλήγουμε στο αιώνιο ερώτημα. Χρώμα ή ασπρόμαυρο; Ο Orson Welles ήταν φανατικά υπέρ του δεύτερου. Όπως είπε και κάποιος, το χρώμα είναι πεζογραφία, ενώ το ασπρόμαυρο ποίηση. Σε μια ιδανική εκδοχή του κόσμου, πιθανόν όλες μου οι ταινίες να ήταν ασπρόμαυρες. Οι σκιές, η χρήση του contrast, οι υφές, δε χρειάζονται κουλτούρικες ερμηνείες κι εξηγήσεις. Ίσως η αληθινή φύση της πραγματικότητας να είναι ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο, και τα χρώματα που βλέπουμε, να είναι παραμορφώσεις, μια πάθηση του εγκεφάλου.

Βαθυστόχαστες ρηχότητες, ασύμβατες με το χώρο και το χρόνο. Επιστρέφω στο σπίτι. Μετά από ένα γρήγορο ντους, πέφτω στο κρεβάτι. Εδώ και καιρό, νιώθω πως βρίσκομαι σε τέλμα, στεγνός από έμπνευση. Έχω πάθει εμμονή, με το να βρω φρέσκιες ιδέες. Καινούργιες ταινίες, βιβλία, δίσκους, κόμικς, οτιδήποτε. Ή για να είμαι ειλικρινής, έναν καινούργιο τρόπο να τα βλέπω, να τ' αγγίζω. Τα καταφέρνω; Λίγα πράγματα. Ίσως απλά να ξαναμοιράζω την τράπουλα· κάτι είναι κι αυτό. 

Φυλακισμένος σε έννοιες, όπως αισθητική τελειότητα, εικαστική ευαισθησία, βιωματική αμεσότητα, και κυρίως, συμπαντική ειρωνεία. Τι μπορείς να κάνεις; Απλά επιστρέφεις στο μαύρο πίνακα. Ακονίζω τα ρήματα, στιλβώνω τα επίθετα, συνθέτω πλάνα, σαν μπονσάι. Πλάνα που δε θα γυριστούν ποτέ. Έχει σημασία; Καμία. Ακόμα και η παρατήρηση απλά για την παρατήρηση έχει τη γλύκα της. Να προσπαθείς να διακρίνεις τη μυστική ζωή των ανθρώπων, των ζώων, γιατί όχι, και των πραγμάτων.


Μια γκρίζα ξάπλωσε στην αυλή. Με παρατηρεί βαριεστημένα. Είμαι σίγουρος πως έχει δεκάδες μυστικές ζωές, παραπάνω από εννιά. Και όλες, πολύ πιο συναρπαστικές από τη δική μου. Τι να κάνει όταν κοιμάμαι; Ίσως είναι κατάσκοπος ή αρχηγός αίρεσης. Με νανουρίζει τρυφερά η σκέψη. Υπάρχει κάτι πιο μυστηριώδες από την κρυφή ζωή των γατών; 



Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες

The Public Eye (1992)

 Υπάρχει ένας φωτογράφος, εντελώς διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλον στην πόλη. Εμφανίζεται πάντα, μετά από ένα φόνο ή ατύχημα. Λες και είναι υπάλληλος του θανάτου· ξέρει πάντα που να πάει. Η αστυνομία τον ξέρει, κάποιες φορές συνεργάζεται μαζί του. Τραβάει τέσσερις με πέντε λήψεις. Όσο ειδεχθές κι αν είναι το έγκλημα, σε κάθε του φωτογραφία, δίνει πίσω στα θύματα κάτι από την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά τους. Πιο σπάνια, και λίγη ομορφιά.

Ο φωτογράφος δεν έχει οικογένεια, φίλους, πάθη· παρά μόνο ελάχιστους γνωστούς. Το διαμέρισμά του μοιάζει με μουσείο φωτογραφίας. Η κρεβατοκάμαρα είναι ο σκοτεινός θάλαμος εδώ και δεκαετίες. Κοιμάται στο σαλόνι. Μυρωδιά χημικών, δεκάδες ρολά φιλμ κρεμασμένα σε κάθε δωμάτιο· σαν τρόπαια από σαφάρι. Είναι λακωνικός, δε γελάει ποτέ. Δεν το κάνει για τα χρήματα, ούτε έχει κάποιο φετίχ με το θάνατο και τη βία. Κάποιοι λένε πως ψάχνει το τέλειο κάδρο, την τέλεια αντανάκλαση του τέλους.

Δεν έχει καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, αν και προσπάθησε να εκδώσει ένα λεύκωμα. Πολύ μακάβριο για τους εκδοτικούς οίκους. Κάποιες γκαλερί ενδιαφέρθηκαν, όμως, του ζητούσαν περισσότερα από όσα μπορούσε να δώσει. Ήθελαν να γράψει μερικά λόγια για τον κατάλογο της έκθεσης. Ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά. 

"Οι φωτογραφίες μου τα λένε όλα". 

Σε κάποιες δεν είχε ούτε τίτλους. Κοιμάται τη μέρα, ξυπνάει μόλις ο ήλιος δύσει. Νυκτόβιο ζώο, ξέρει να διασχίζει την μικροπανίδα της πόλης. Ίσως το μυαλό του να πιάνει τις συχνότητες των απελπισμένων, των απελπιστικά μόνων. Κάποια στιγμή τον ρώτησαν τι φωτογραφίζει.

"Νεκρή φύση".

Η ρουτίνα πάντα η ίδια. Μια κούπα καφέ, δύο τσιγάρα. Θα συρθεί μέχρι το σαράβαλο -που τρίζει χειρότερα από τις κλειδώσεις του-, ραδιόφωνο χαμηλά. Η τσάντα γεμάτη φιλμ. Αυστηρά αναλογικά, και πάντα ασπρόμαυρο. Η ζωή βρίσκεται ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο· στις δεκάδες αποχρώσεις του γκρι, τις υφές. Όλα όσα χρειάζεται να ξέρεις, ανάμεσα στο φως και τις σκιές. Βρήκε τον πρώτο στόχο. Ανεβαίνει τις σκάλες, η πόρτα ανοιχτή. Το φλας χαιδεύει το άψυχο σώμα. Ύστερα, με μια απαλή κίνηση, της κλείνει τα μάτια. 

Το αυτοκίνητο σταματάει έξω από το κλειστό μπαρ. Η επιγραφή είναι μαδημένη· ραγισμένα τζάμια, σκόνη, το πάτωμα γεμάτο σπασμένα μπουκάλια. Η μνήμη ζωντανεύει το μέρος. Ηχώ μουσικής και του αρώματος της. Να τον περιμένει στο γραφείο της· να τον ακούει με περιέργεια, να τον ρωτάει, να δείχνει πως νοιάζεται. Τα εννοούσε; Ή απλά ήταν άλλο ένα αναλώσιμο μέσο για τη σαγήνη της; Δεν έχει σημασία πια. Η σιλουέτα της γλιστράει μέσα στους συλλογισμούς του, στα ασπρόμαυρα κάδρα και τ' αρνητικά. Το πέρασμά της αφήνει κραγιόν, αλκοόλ και στάχτες τσιγάρου.

Όσο κι αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να ξορκίσει τη μορφή της. Επιστρέφει πάντα, λαθρεπιβάτης στα όνειρά του. Για λίγα δευτερόλεπτα, ώστε να μολύνει με χρώματα το ασπρόμαυρο σύμπαν του. Το απόγευμα θα ξυπνήσει διψασμένος. Στην ίδια σκηνή του εγκλήματος, που κανείς δε θα φωτογραφίσει ούτε θα καταγράψει. Γιατί δεν υπάρχει θύτης και θύμα ή μάλλον είναι το ίδιο πρόσωπο. Ένα σκουριασμένο φάντασμα. Γύρω του, περιγράμματα, όχι από κιμωλία, αλλά από κόκκινο κραγιόν. Οι ζωές που θα μπορούσε να ζήσει.  

Το μελάνι πότισε τον ουρανό. Τα ίδια ρούχα. Καφές, τσιγάρα. Πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, παρατηρεί τα κρεμασμένα ρολά φιλμ. Μπαίνει στο αυτοκίνητο, το χτυποκάρδια της βροχής δυναμώνει. Αναρωτιέται· όταν πεθάνει, ποιος θα τον φωτογραφίσει; Κανείς δεν θα είναι τόσο καλός όσο ο ίδιος. Ίσως πρέπει να σκηνοθετήσει τη δική του "νεκρή φύση", για παν ενδεχόμενο. Καγχάζει στην ιδέα, βάζει μπροστά και φεύγει.

 








Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ V

 

Παρατηρώ το πλήθος γύρω μου. Μοιάζουμε όλοι δραπέτες, μια παράξενη φυλή με μόνο κοινό την απόδραση. Κουρασμένες φάτσες σέρνουν στις ρυτίδες και τον ιδρώτα τους άλλη μια χρονιά μιζέριας.

Θα ξοδέψουμε χρήματα που δεν περισσεύουν για να νοικιάσουμε κατάλυμα που δεν το αξίζει, για να ξορκίσουμε, μέσα σε μερικές νύχτες, τη ματαίωση και τη μετριότητα ενός ακόμη έτους.

Βολεύονται στο πλοίο κι εγώ αγναντεύω τα νερά. Γιατί διάλεξα να πάω στη Σκιάθο; Σίγουρα όχι για τον Παπαδιαμάντη. Χάζευα φωτογραφίες και, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, κάποιες από την παραλία της τράβηξαν τα σωστά νήματα στα ένστικτά μου. Γιατί συγκεκριμένα αυτό το μέρος; Γιατί αυτή η παραλία;

Η Λαλάρια είναι γνωστή για τον βράχο της, ένα άνοιγμα σαν πύλη. Η εικόνα με σαγήνευσε. Μια μεθυστική υπόσχεση ρίζωσε στους νευρώνες μου. Πως πρέπει να πάω εκεί, να βουτήξω και, όταν θα περάσω μέσα από την πέτρινη πύλη, κάτι θ’ αλλάξει.

Τι; Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα τι με περιμένει στην άλλη πλευρά. Πιθανότατα τίποτα. Όμως η ιδέα άνθισε σαν εμμονή. Το νησί έχει κι άλλα θέλγητρα, αλλά η Λαλάρια βρίσκεται στην κορυφή της λίστας. Να πάω την πρώτη μέρα ή την τελευταία; Αυτοσχεδιάζω.

Η πόλη είναι όμορφη. Διατηρεί μια αρχοντική γοητεία, παρά τα botox της τουριστικοποίησης. Πρώτο μπάνιο στις Κουκουναριές. Βυθίζω τα δάχτυλα των ποδιών στη λευκή άμμο, το κύμα χαϊδεύει το δέρμα. Κλείνω τα μάτια, βαθιά εισπνοή. Για μερικά δευτερόλεπτα είμαι κάποιος άλλος. Μπαίνω στο νερό, βουτάω, επιπλέω. Γίνεται το μυαλό μου να μείνει σε αυτές τις στιγμές για κάποιους μήνες; Να στραγγίξει από αριθμούς, υποχρεώσεις, πρέπει, θα και μη;

Επιστρέφω στο δωμάτιο γλυκά κουρασμένος. Λίγο αλκοόλ και το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Αποκοιμήθηκα σαν χορτάτος γάτος. Η νυχτερινή διασκέδαση δεν με απασχολεί. Απλώς απολαμβάνω τις πινελιές στον καμβά: τα φώτα, την ηχώ της μουσικής, το άρωμα των σωμάτων που διασχίζουν τα σοκάκια.

Κατεβαίνω στη θάλασσα. Τ’ αστέρια, κομμάτια σπασμένου καθρέφτη, ταξιδεύουν στην υδάτινη επιδερμίδα. Η ημισέληνος, μια μαργαριταρένια παρένθεση, θα κρατήσει μακριά κάθε περιττή έγνοια, έστω για κάποιες νύχτες.

Γιατί αυτή η αίσθηση έχει πάντα ημερομηνία λήξης; Ναι, ξέρω. Η πόλη δεν είναι το ίδιο. Συν τα δεκάδες πλοκάμια της ρουτίνας. Μέσα στη χοάνη του χρόνου τραβάς κουπί. Οι αυταπάτες μας πιπιλίζουν το μυαλό. Χτίζουμε εικόνες τελειότητας· η μία πιο ψεύτικη από την άλλη, κι όμως συνεχίζουμε να τις βαφτίζουμε καθρέφτες.

Εικονομάχοι και εικονολάτρες στους ψηφιακούς ναούς του ναρκισσισμού· σφαζόμαστε με πανοπλίες τις οθόνες και ξίφη τα πληκτρολόγια. Φεύγουμε λίγες μέρες διακοπές, ώστε να επιστρέφουμε με όρεξη στη μάχη.

Αρκετά με την αμπελοψυχολογία. Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Αν κερδίσω ποτέ το Τζόκερ (σε ηλικία που θα είμαι ακόμη λειτουργικός), θ’ αγοράσω ένα σπίτι εδώ. Θα γράφω βιβλία που δεν θα διαβάσει κανείς, σενάρια που δεν θα γυριστούν ποτέ και θα τραβήξω χιλιάδες φωτογραφίες.

Τι με σταματάει να κάνω όλα αυτά, εκτός από την αγορά οικίας; Ένα ανέλπιστο χρηματικό ποσό εξαγοράζει όλα τα χρόνια άγονης εργασίας και σου προσφέρει την επιλογή να τα χαραμίσεις χωρίς ενοχές. Το τραγούδι από το κινητό με νανουρίζει τρυφερά.


Κι είναι ξανά τα μάτια σου ναυαγισμένες θάλασσες

κι η κόμη σου αναχώρηση πρωινή μέσα στους καπνούς

κι ειν' οι πτυχές στο φόρεμα σου κάγκελα,

που σφίγγεις νευρικά στα δάχτυλα σου...

Βύρων Λεοντάρης


Τις επόμενες μέρες επισκέφτηκα κάποια από τα αξιοθέατα του νησιού. Τράβηξα φωτογραφίες, κράτησα σημειώσεις. Καθόμουν στο μπαλκόνι όταν άκουσα τον πρώτο κεραυνό. Τα σύννεφα σαν φύκια, ο ουρανός πυρακτωμένο συρματόπλεγμα.

Λίγο πριν νυχτώσει, η ασημένια βροχή δαχτυλογραφούσε ρυθμικά τους ακατάληπτους στίχους της στο δέρμα του πελάγους. Έκλεισα τα μάτια. Βαθιά εισπνοή, μέχρι η ανάσα της βροχής να γίνει τατουάζ στα κύτταρά μου.

Μετά από καιρό άνοιξα το μωβ τετράδιο. Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έχω να γράψω αναλογικά. Η γραφή με παίρνει από το χέρι και καθαρίζει το μισό μου είναι από τις ακαθαρσίες και τα περιττώματα της ρουτίνας.

Τι σημειώνω πάνω στις λευκές σελίδες; Θα μπορούσα να το πω αυτόματη γραφή και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα, αλλά δεν είναι. Σκόρπιες σκέψεις, αντιφεγγίσματα απωθημένων, ονείρων και πόθων. Δύο σελίδες. Όχι κι άσχημα.

Έμεινα ξάγρυπνος μέχρι το πρωί. Έφτιαξα καφέ και βγήκα έξω. Το ξημέρωμα, κόκκινος γρανίτης στη σάρκα του σκότους.

Σήμερα θα πάω.

Το καραβάκι πλησιάζει. Νιώθω μια παράξενη αγωνία, σαν πρώτου ραντεβού. Κι αν το μέρος δεν είναι τόσο όμορφο όσο φαίνεται; Κι αν ξόδεψα τόσα χρήματα και χρόνο επειδή με ξελόγιασε μια φωτογραφία;

Κατεβαίνω μουδιασμένος. Ευτυχώς δεν έχει πολύ κόσμο. Αφήνω τα πράγματά μου και βουτάω. Βγαίνω και γυρίζω το βλέμμα στον βράχο.

Με περιμένει.

Όχι τώρα. Θα τραβήξω μερικές φωτογραφίες πρώτα.

Δύο τσιγάρα μετά, πλησιάζω διστακτικά. Στέκομαι λίγα βήματα μακριά. Μακάρι να μπορούσα να περάσω αυτή την πύλη και να βρεθώ σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη ζωή, όπου θα είμαι ευτυχισμένος ή, τουλάχιστον, πιο αναπαυτικά δυστυχισμένος.

Το άνοιγμα μοιάζει μικρότερο απ' ό,τι στις φωτογραφίες. Αγγίζω την πέτρα. Χλιαρή από τον ήλιο. Τόσος δρόμος, τόση προσμονή για μια τρύπα σ' έναν βράχο. Κι όμως διστάζω. Kλείνω τα μάτια και περνάω. Νιώθω λίγο πιο ανάλαφρος, λες και άφησα κάτι πίσω μου. Ίσως αυτή η άτυπη προσωπική τελετουργία να είχε κάποιο νόημα.

Στην επιστροφή κοιτούσα την παραλία μέχρι που χάθηκε. Την αποχαιρέτησα σαν παλιό φίλο.

Θα τα ξαναπούμε.

Δια ζώσης, σε κάποιο όνειρο, στο χαρτί.

Τελευταία νύχτα. Ήπια λίγο παραπάνω. Ξάπλωσα ζαλισμένος.

Θα επιστρέψω σε αυτό το νησί.

Την επόμενη μέρα νύσταζα σε όλη τη διαδρομή. Έφτασα στο σπίτι, έκανα ένα μπάνιο και βούλιαξα στο κρεβάτι.

Η εβδομάδα που ακολούθησε ήταν υπό την επήρεια της Σκιάθου. Το ξόρκι της κρατούσε ακόμη. Άμβλυνε το κεντρί της καθημερινότητας.

Στην οθόνη του laptop, οι φωτογραφίες της πύλης. Μία από αυτές έχει κρατήσει κάτι από το άρωμα εκείνης της ημέρας. Τη μετατρέπω σε ασπρόμαυρη.

Θα την τυπώσω.

Θα είναι το φυλακτό μου για τον επόμενο χειμώνα.

Αλεξίλυπο.



Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες



Κι η πόλη, πεισματικά κρατιέται από τις φλούδες της επιθυμίας της. 
Αμπού Μαριάμ


Έχω ξανάρθει εδώ. Σε κάποιο όνειρο, σε μια προηγούμενη ζωή. Παράξενη πόλη. Φοράει δυτικά ρούχα, αλλά κάθε της κίνηση κι ανάσα στάζει τον πυρετό της Ανατολής.
Οι κάτοικοι μοιάζουν κομπάρσοι που περιμένουν κάποιον να τους δώσει οδηγίες. Μέχρι τότε περπατούν νωχελικά, ανασαίνουν βαριά κάτω από τα προσωπεία τους. Κάθε χιλιοστό της ρυμοτομίας είναι ένα παλίμψηστο από μάσκες. Σαν τίποτα να μην είναι αυτό που δείχνει.

Κάθομαι σε ένα μικρό καφέ. Σερπαντίνες αρωμάτων παρασέρνουν την προσοχή μου: φρεσκοκαβουρδισμένος καφές, βανίλια, νικοτίνη. Και τελευταίο, ένα γυναικείο άρωμα· ο μίτος του λαβύρινθου για να χαθείς χωρίς επιστροφή.

Βρίσκεται σε κάθε στενό, μα λίγο πριν την πλησιάσω είναι πάντα μια άλλη. Κατοικεί στην άκρη του ματιού μου, μπαινοβγαίνει από τη μία αίσθηση στην άλλη. Φευγαλέα. Αίσθηση μεταξένιας φωτιάς μέσα στην αφή μου. Ηχώ ταξιδιού που κυλά στον λαιμό μου.
Τριγυρίζω στους δρόμους δαιμονισμένος.

Καταλήγω σε μια τρύπα. Φτηνό αλκοόλ. Το μέρος βρομάει ιδρώτα και φιμωμένες επιθυμίες.
Τα φώτα σβήνουν.
Η χορεύτρια αφήνει το πρώτο πέπλο.
Όλα είναι συντονισμένα με τον χορό της. Ο πλανήτης σταματά να περιστρέφεται όταν εκείνη σταματά να χορεύει. Η μουσική τρυπώνει κάτω από το δέρμα, τροπική ασθένεια. Σπέρνει πυρετικές πιθανότητες, ψίχουλα έκστασης.

Η μουσική τελειώνει. Τα φώτα ανάβουν.
Είναι εκείνη.
Βγαίνω από το μαγαζί και την περιμένω. Ξέρει πως την ακολουθώ. Με κοιτάζει και μειδιά.
Την πλησιάζω.

«Όχι τώρα. Όχι εδώ.»

«Αύριο. Στο λιμάνι. Στο παλιό χαμάμ.»

Δεν κοιμήθηκα μέχρι να βρεθούμε. Οι σκέψεις μου κολυμπούσαν σε σκοτεινά νερά.
Τι γυρεύω εδώ;

Δεν μου λείπει το σπίτι μου. Όλα εκεί μίκρυναν. Μόνο τα βλέμματα μεγάλωσαν.
Φυλακισμένοι σ’ ένα ενυδρείο-υπόνομο. Βράζουμε στα ίδια σκατά. Η μηχανή του κιμά αλέθει τα πάντα, ακόμη και τον χρόνο, ξανά και ξανά, πιο πέρα από τα σύνορα του πόνου.
Κορμιά που στριμώχνονται σε τρένα, λεωφορεία, δικαιολογίες και φτηνιάρικες ζωές.
Σώματα σταφύλια που μόνο αν τα πατήσεις θα λυτρωθούν, θα βγάλουν λίγο κρασί.
Μάτια, ραγισμένες οθόνες. Σκουριάζουν από τις τύψεις. Φλέβες και αρτηρίες που στόμωσαν από στάχτες.

Ο παλμός του παρελθόντος αντηχεί στο μέλλον τόσο έντονα, που δεν ξεχωρίζουν πια.
Πιασμένος στην ποντικοπαγίδα του λιμνάζοντος παρόντος.
Ρωγμές σε σχήμα αστεριού στο ταβάνι και στους τοίχους. Περιγράμματα-φυτίλια που ανάβουν από τους σπινθήρες του γέλιου της. Ο χρόνος αποσυναρμολογείται. Η ανάμνηση των ματιών της έκανε τα πάντα διάφανα.

Ξεκίνησα νωρίς για το ραντεβού μας.
Ακαθόριστο βουητό στις ρυτίδες της πόλης. Τσαλακωμένα χαρτιά τα πρόσωπα. Ναρκισσιστικές προσδοκίες, εύθραυστη αισιοδοξία, υστερικές οπτασίες.

Είναι ήδη εκείΧαμογελά. Ένα αίνιγμα γεμάτο θαυμαστικά. Την ακολουθώ στο παλιό χαμάμ. Περπατά πίσω από τις κολώνες. Κάθε φορά είναι διαφορετική, μα πάντα η ίδια.
Περνά πίσω από την πέμπτη κολώνα και φορά τα πέπλα του χορού. Πίσω από την έβδομη, ένα χρυσό φόρεμα. Καταλήγουμε σε μια μεγάλη αίθουσα. Κορδέλες φωτός στο κέντρο. Χορεύει ανάμεσά τους.

Την πλησιάζω.

«Ποια είσαι;»

«Περπατάς μέσα μου από χθες κι ακόμα ρωτάς;»

«Τι κάνω εδώ;»

«Ίσως ονειρεύεσαι. Ίσως πέθανες.»

«Πότε;»

«Χθες. Πριν από δέκα χρόνια. Ίσως δεν γεννήθηκες ποτέ. Μπορεί να είσαι σε κώμα.»

Με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί στη γωνία. Το φιλί της είναι υγρό, βαθύ.
Διέσχισα κάθε έρημο μέχρι να πνιγώ σ’ ένα κύμα από μέλι, αίμα και κρασί.

«Πώς σε λένε;»

«Έχει σημασία;»

«Είμαι στην Κόλαση, στον Παράδεισο ή στο Καθαρτήριο;»

«Μπορεί και στα τρία.»

Με φιλά ξανά και μου ψιθυρίζει.
Το άρωμά της αφοπλίζει κάθε δισταγμό.

«Το μυστικό είναι πως δεν υπάρχουν μυστικά. Τίποτα δεν είναι αληθινό. Τα πάντα επιτρέπονται».

Τα βλέφαρα μου κλείνουν, η σιλουέτα της λιώνει στο ημίφως. Το φιλί της ήταν τόσο γλυκό, που δεν ένιωσα το μαχαίρι στα πλευρά μου.  Τι εννοούσε;

Έχω ξανάρθει εδώ. Σε κάποιο όνειρο, σε μια προηγούμενη ζωή. Παράξενη πόλη, φοράει δυτικά ρούχα, αλλά κάθε της κίνηση κι ανάσα στάζει τον πυρετό της Ανατολής. Οι κάτοικοι μοιάζουν κομπάρσοι, που περιμένουν κάποιον να τους δώσει οδηγίες.




Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

That Demon Life

 

“This is a robbery! Everybody on the floor!”

It was nothing like the movies. The moment you realize you could die simply because you happened to be in the wrong place at the wrong time, something inside you changes. Strangely, I wasn’t afraid. Not even when they took me hostage.

The van door slammed shut. Speed twisted my stomach, and the stale reek of cigarettes clung to the air so thickly I could barely breathe. None of it mattered.

She pulled off her mask, and her blue eyes spread a soft, gentle light..

I barely heard what she was saying until the pistol cracked against my skull. Then she ordered me to count the money. It took time, my hands unsteady at first, but eventually I finished.

Three hundred thousand six hundred euros.

They divided the cash into smaller bags and slipped their masks back on. The van disappeared into a parking garage. Once it was locked away, we climbed into another vehicle. They peeled off their coveralls; underneath, all of them wore jerseys from the same football club.

“What do we do with him? He saw your face.”

The dark-haired woman leaned toward me.

“You’re going to be a good, quiet boy, aren’t you?”

“Yes, ma’am."

"Because otherwise, you'll wake up with your balls in your mouth and your tongue up your ass."

They laughed.

“What do you think? Will he behave?”

She looked at me with playful cruelty in her eyes. Slowly, deliberately, she dragged her tongue across her upper lip and winked.

“He’ll be a quiet little thing.”

They shoved me into the back of the van and dumped me somewhere off the highway. I made it home six hours later.

I showered. Ate whatever I could find.

Then I tore through every drawer in the apartment until I found a crumpled pack of cigarettes. Half full. Lucky me.

I’d quit five months ago.

I wasn’t smoking to calm my nerves. I smoked to tame the fever her memory ignited inside me. Those blue eyes had sprayed burning graffiti across the narrow alleys of my cells.

The first drag cleared my head. The second silenced everything else.

I opened my bag looking for my phone. I found it beside two thick bundles of cash.

Ten thousand euros.

Not bad.

Two cubes of ice. Whiskey. Cola.

I stepped onto the balcony while Mick Jagger rasped through the speakers.

How the hell was I supposed to see her again?

*  *  *

The black van rolled into the garage. They climbed out and headed downstairs into the basement. Jerseys came off and landed on the table in a heap. The tall one tossed the match tickets over them—their alibi. The old man placed the bags of money beneath the table.

 All three of them sat down. The dark-haired woman set three shot glasses on the table and filled them with vodka. Three rounds went down fast.

“And now?”

“Nothing. Fifteen days off. Same routine.”

“The money?”

“It stays here.”

“Your place?”

The old man eyed the tall one.

“It always goes like this. Why change it now?”

The tall man frowned, stood up, pulled on his jacket, and left.

The old man poured another shot.

The dark-haired woman stayed quiet, thinking.

“What’s wrong with him?”

“Probably in debt again.”

“To who?”

“Whoever’s still breathing. Drop it. Where are we?”

“Still three hundred thousand short of early retirement.”

The old man rubbed his beard, uneasy.

“That’s a lot.”

“I know.”

“We can’t hit again soon.”

“I know.”

“So?”

“Let me think.”

She picked up a school backpack and headed for the door.

“Why’d you put two bundles in his bag?”

She smiled, sliding on her glasses.

“Generosity has its merits.”

A faint smirk from the old man.

He cleared the table, locked everything in a metal cabinet. Took the cash bags, lifted a floor slab, hid them underneath.

Upstairs, he opened a beer and sank into the couch.

The news was already on.

He was drifting off when the anchor said the robbers had gotten away with twenty thousand euros…