Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ II

 


Είναι η Αθήνα ιδανική πόλη για γυρίσματα; Ναι και όχι. Εκ πρώτης όψεως, η αρχιτεκτονική ανομοιογένεια και η τσιμεντένια ασχήμιά της δεν βοηθάνε· προφανώς δεν είναι L.A. ή Νέα Υόρκη, ούτε καν Βαρκελώνη ή Άμστερνταμ. Με καλή έρευνα μπορείς να βρεις μέρη με κινηματογραφική γοητεία. Δεν υπάρχει κάποιο ανάλογο του Ennis House ή του 2nd Street Tunnel, όμως όλο κάτι θ’ ανακαλύψεις, αν ψάξεις προσεκτικά.

Συνειρμικά θ’ αναφέρω κάποια μαγαζιά και στενά στα Εξάρχεια και στου Ψυρρή. Κάποια τμήματα της Ποσειδώνος, ειδικά λίγο πριν ξημερώσει. Ίσως η Συγγρού. Όλα αυτά είναι πιθανές απαντήσεις στην ερώτηση αν μπορεί να γυριστεί ένα neo noir στην πρωτεύουσα. Ας αφήσουμε το budget στην άκρη, και τα γραφειοκρατικά, άδειες κτλ. Το πάρκινγκ στον σταθμό του Μετρό Χολαργός (νομίζω) είναι εξαιρετική επιλογή. Το ποσό που ζήτησαν για δέκα λεπτά γυρίσματος ήταν εξωφρενικό.

Σε μια παραγωγή μεγάλου μήκους δεν θα ήταν πρόβλημα. Σε μικρού μήκους, που κάθε ευρώ μετράει, ήταν αποτρεπτικό. Αρκετά με τη χαρτούρα. Τα noir και neo noir είναι το σύμπαν των εμμονών μου. Όπως είχε πει ο Paul Schrader, δεν είναι είδος, πιο πολύ ατμόσφαιρα. Η πολιτική ορθότητα της εποχής δεν είναι για το είδος. Κόσμοι και ιστορίες που φαινομενικά είναι άσπρο και μαύρο (φωτογραφικά, αλλά και δραματουργικά), ενώ κρύβουν μέσα τους όλες τις αποχρώσεις του γκρι.

Χαρακτήρες που ζουν μέσα στο αστικό φως, το οποίο λειτουργεί όπως το σκοτάδι, τους κρατάει φυλακισμένους μέσα στο ανώνυμο πλήθος. Θέλουν να περάσουν στην άλλη πλευρά της νύχτας, μέσα από το μαύρο, να γευτούν τα χρώματα της επιτυχίας. Συνήθως μέσα από το πράσινο του χρήματος, αποχρώσεις κόκκινου κραγιόν και νέον. Τα noir σπάνια έχουν happy end. Το τίμημα πάντα πληρώνεται στο τέλος.

Στα noir το καλό και το κακό είναι σχετικά. Το συνοψίζει ιδανικά ο Robert Mitchum στο εμβληματικό Out of the Past (1947):

Jeff: That's not the way to win.

Kathie: Is there a way to win?

Jeff: There's a way to lose more slowly.

Πίσω στους δρόμους. Το μοντάζ της μνήμης τούς κάνει καλύτερους από όσο τους θυμάμαι. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι διατηρούν τη σαγήνη τους. Ίσως κρατάει ακόμα το άρωμα της μνήμης που τους πότισε. Θέλω πολύ να τραβήξω την Αθήνα, όπως ο Mann το Λος Άντζελες. Δεν έχω το ταλέντο ή το budget του, όμως μπορώ να ονειρεύομαι.

Ο μετρονόμος της βροχής πάνω στο παράθυρο είναι ο πιο γλυκός ήχος, μαζί με τα κύματα. Σαν κρουστά που δίνουν ρυθμό στο πληκτρολόγιο. Χαζεύω συνεντεύξεις του Orson Welles. Σε ένα βίντεο-ομιλία σε Γάλλους φοιτητές, τέλη ’60, συμβουλεύει τους νέους σκηνοθέτες. Σε ελεύθερη μετάφραση, τους λέει να μη βλέπουν πολλές ταινίες, να μη ρυπαίνουν το μυαλό τους με εικόνες. Να τις ανακαλύψουν από την αρχή.

Έχοντας μεγαλώσει με την αντίθετη λογική —αδόκιμα, ας το πούμε, το δόγμα Tarantino ή και Melville— καταλαβαίνω τι θέλει να πει. Θα είχε τρομερό ενδιαφέρον αν ο Welles ήταν σήμερα ζωντανός. Με την ψηφιακή τεχνολογία θα μπορούσε να γυρίσει όλα όσα ήθελε, με λιγότερα χρήματα και χωρίς τα στούντιο να πετσοκόβουν τα φιλμ του. Είναι αδύνατον σήμερα να μη μολυνθεί το μυαλό από χιλιάδες εικόνες.

Τα social media μοιάζουν με παζάρια. Πολλή φασαρία, απάτες, υπερπροσφορά ναρκισσισμού που δεν καλύπτει τη ζήτηση επικοινωνίας. Σίγουρα θα υπάρχουν θησαυροί, αλλά πόσους τόνους σκουπίδια μπορούν ν’ αντέξουν τα εγκεφαλικά κύτταρα μέχρι να βρεις χρυσό; Χρυσόψαρα μέσα στη γυάλα της οθόνης τους, που προσπαθούν να πείσουν —πρώτα τον εαυτό τους— πως είναι ωκεανός. Χάμστερ που τρέχουν στον τροχό των likes, επαίτες λίγης επιβεβαίωσης.

Αρκετά με το κήρυγμα. Σκέφτομαι ξανά τους δρόμους και τα στενά της πόλης. Πού θα γύριζα τι. Πλάνα γλιστρούν στους νευρώνες, η μνήμη πασχίζει να κεντρίσει τα G-spots της έμπνευσης με το ιδανικό soundtrack. Γιατί να μην έχουμε λεφτά να γυρίσουμε με φιλμ; Όχι για φετιχιστικούς λόγους. Το φιλμ παραμένει το πραγματικό δέρμα του κινηματογράφου· το φως και οι σκιές τρέχουν μέσα στις φλέβες του, δίνοντας ζωή στα όνειρα και τις εμμονές. Δεν υποτιμώ το ψηφιακό· δεν φταίει το μέσο, αλλά αυτοί που το χρησιμοποιούν. Η νετφλιξοποίηση των πάντων είναι τόσο βαρετή.

Δεν μιλάω ελιτίστικα, απλά λείπει η ποικιλομορφία. Η ομογενοποίηση είναι το υγρό όνειρο του καπιταλισμού. Οι γευστικοί κάλυκες κάθε αίσθησης έχουν μουδιάσει από το πλαστικό. Τι προτείνει ο σεφ για να καθαρίσει ο ουρανίσκος μας; Ταινίες από τη δεκαετία του ’60 και πιο πίσω. Το Charade, το The Apartment. Σίγουρα κάτι ασπρόμαυρο. Ένα film noir —όχι τα κλασικά— κάποιο υποτιμημένο, όπως τα Nightfall, The Harder They Fall ή το γαλλικό Honour AmongThieves. Αφεθείτε στον ρυθμό των διαλόγων. Καθαροί, κοφτοί, πάντα ουσιαστικοί. Αφήστε το κοντράστ και τις σκιές να ξεπλύνουν από τα μάτια τα υπερκορεσμένα χρώματα και την οπτική ρύπανση.

Ξημερώνει. Βουλιάζω στο κρεβάτι. Υπάρχουν σκηνές που θέλεις να γυρίσεις, για να σου θυμίζουν κάτι που έζησες. Μια απελπισμένη προσπάθεια να αναπαράγεις ξανά και να εμφιαλώσεις κάτι από το άρωμα και τη γεύση της ανάμνησης. Η μνήμη και η ζωή θα είναι πάντα οι καλύτεροι σκηνοθέτες και σεναριογράφοι.



Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες

Point Blank

Κάποιος με παρακολουθεί. Δεν τον είδα, μα νιώθω την παρουσία του παντού. Ένα ψυχρό ρεύμα αέρα εισβάλλει σε κάθε χώρο, γδέρνει το δέρμα μου στο πέρασμά του. Μια δυσοίωνη μουτζούρα στην άκρη των ματιών μου, μόλις γυρίσω το βλέμμα μου, δεν είναι εκεί. Όταν βρέχει, μπορώ να διακρίνω το περίγραμμα της σιλουέτας του, να γλιστράει ανάμεσα στις σταγόνες. Μισός ξεφτισμένη σκιά· μισός ομίχλη. Φευγαλέα, για μια στιγμή, είδα τα μάτια του· κρατήρες που από μέσα τους, χύθηκε όλο το σκοτάδι του σύμπαντος.

Κύματα ψιθύρων με κυνηγούν, παγωμένες ανάσες θαμπώνουν τις οθόνες. Κάποιες νύχτες, τον παρατηρώ να διασχίζει τα όνειρά μου. Σαν κομπάρσος που αποφάσισε να αυτοσχεδιάσει και να κλέψει τη σκηνή. Ανοίγει την ομπρέλα του, ανθίζει σαν πύρινο λουλούδι. Αιωρείται αργά. Προσπαθώ να του ξεφύγω, να τον αγνοήσω, αλλά είναι πάντα εκεί. Πέντε βήματα μπροστά, πέντε πίσω. Δεν ξέρω τι θέλει.

Απόψε αποφάσισα να του μιλήσω. Τον πλησίασα σε ένα μέτρο. Τον ρώτησα το όνομά του· δεν απάντησε. Καθίσαμε στο τραπέζι. Πήρε ένα τσιγάρο. Κάθε εισπνοή καπνού ζωγράφιζε διαφορετική εικόνα στο περίγραμμα του προσώπου του. Σαν τοίχος που πέφτει το φως από προτζέκτορα, κουρελιασμένα κομμάτια παζλ αναβοσβήνουν στη διαφανή μάσκα του. Σμήνη πουλιών που κάθονται σε σύρματα μεταμορφώνονται σε νότες, σε τρύπες από σφαίρες που ακόμα καπνίζουν, σε κλειδαρότρυπες όπου αλλόκοτα μάτια με κοιτάζουν.

Έσβησε το τσιγάρο και σχημάτισε με το δάχτυλό του κάτι πάνω στις στάχτες. Μέχρι να καταλάβω τι έγραψε, εξαφανίστηκε. Ο άνεμος σκορπίζει τις στάχτες. Ξαπλώνω στον καναπέ, επεξεργάζομαι τι συνέβη. Στους διαδρόμους των κυττάρων μου αντηχεί ένας στίχος του Νερούδα:

Ίσως εσύ να διέσχισες με μαχαίρι τη μαύρη κραυγή της νύχτας.

Δεν ξέρω γιατί αυτές οι λέξεις στροβιλίζονται μέσα μου. Σπέρνουν λάμψεις, ραγισμένα αντιφεγγίσματα αναμνήσεων και ονείρων. Αποκοιμήθηκα. Βουλιάζω στο στομάχι του τέρατος. Οι μηχανές βρυχώνται τα τραγούδια τους. Βουλιάζω, σε μια σταγόνα κόκκινη· δεν ξέρω αν είναι αίμα. Η σταγόνα πάλλεται, γίνεται υδάτινη άβυσσος και ταυτόχρονα δάκρυ. Επιπλέω ανάμεσα στα σύννεφα. Οι κεραυνοί ακούγονται σαν ορχήστρα που κουρδίζει τα όργανα της. Οι αστραπές μου δένουν τα μάτια. Μεταξένιες θηλιές σε κάθε αίσθηση.

Το υγρό χάος της καταιγίδας με αγκαλιάζει σαν μήτρα.