Η μελαγχολία των καλοκαιρινών ψευδαισθήσεων ξεχειλίζει τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου. Φθινόπωρο; Μόνο ημερολογιακά. Εικάζω πως έτσι θα πάμε μέχρι τα μέσα Οκτώβρη. Τεντώνομαι σαν γάτα· το σώμα είναι εδώ, η καρδιά γυρίζει σαν αδέσποτο σε μέρη που δεν υπάρχουν πια· το μυαλό είναι ακόμα στη Χίο.
Κάπου στον Κάμπο, ανάμεσα στα δέντρα. Να χαζεύει τ’ αρχοντικά, να τριγυρίζει στο Μουσείο Εσπεριδοειδών. Στην κορυφή του Πελιναίου. Το μικρό γαλάζιο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας μοιάζει με ξεχασμένο σκηνικό από ταινία των ’60s. Από ποια; Ίσως το Made in U.S.A. του Godard. Γιατί η συγκεκριμένη και όχι κάποια άλλη; Οι συνειρμοί είναι παράξενα τζίνι, πραγματοποιούν τις δικές τους ευχές. Σαν ν’ ακούω τη Marianne Faithfull να ψιθυρίζει· θα εμφανιστεί με ένα κίτρινο φόρεμα στη γωνία. Ίσως μέσα από τον ναΐσκο να βγει η Anna Karina με κόκκινο φόρεμα, να συμπληρωθεί η χρωματική αρμονία.
Οι όμορφες γυναίκες γερνούν.
Φρονώ πως αυτή η απίστευτη αδικία
είναι η μεγαλύτερη απόδειξη
της ανυπαρξίας του Θεού.
Ηλίας Πετρόπουλος
Δε νοσταλγώ το φαγητό ή τ’ αξιοθέατα. Κλείνω τα μάτια, νιώθω τα δάχτυλα των ποδιών να μουλιάζουν στην υγρή άμμο. Η ηχώ της παλίρροιας σβήνει κάθε μουτζούρα περιττής σκέψης. Ο άνεμος -συνήθως φλύαρος- είναι διακριτικός, αυτοσχεδιάζει, μικρά διάφανα χάδια στο δέρμα. Τα βράχια στην Αποθήκα είναι κομψοτέχνημα. Η φύση είναι ο καλύτερος σκηνογράφος.
Η πρώτη βουτιά σε έναν καινούριο προορισμό είναι πάντα σημαντική, σαν πρώτο φιλί. Πέφτω χωρίς σκέψη. Το νερό είναι παγωμένο, ξυπνάει και τα πιο νυσταγμένα κύτταρα. Επιπλέω, συντονίζομαι με το σύμπαν. Κοιτάζω την αμμουδιά, ευτυχώς δεν έχει πολύ κόσμο.
Τι μπορείς να γυρίσεις στη Χίο; Από ρομαντική κομεντί μέχρι κατασκοπικό θρίλερ. Γιατί όχι ένα giallo; Ιδιαίτερο χαρμάνι τα giallo, προϊόν μιας συγκεκριμένης εποχής. Ουσιαστικά μέχρι τα τέλη των ’70s, βαριά μέχρι τις αρχές των ’80s. Φτηνές παραγωγές, μέτρια ως κακά σενάρια, ας μη μιλήσουμε για την υποκριτική... Τότε γιατί ξεχώρισαν; Ίσως, περισσότερο από κάθε άλλο είδος και υποείδος ταινιών, συμπύκνωναν και συνόψιζαν ιδανικά την έννοια «ατμόσφαιρα».
Μην κείτεσαι εκεί
τάχα ανύποπτος
είσαι συνένοχος
σε όλα μου τα όνειρα
Αλόη Σιδέρη
Η επιστροφή είναι πάντα δύσκολη, σαν να βγαίνεις από αίθουσα μετά από καλή ταινία. Το φως της πραγματικότητας είναι φτωχό. Το διαμέρισμα ευωδιάζει τη γνώριμη κλεισούρα. Αφήνω τη βαλίτσα, πετάω τα ρούχα στο πλυντήριο. Παρότι πτώμα από το ταξίδι, δε μπορώ να κοιμηθώ. Δεν έχω διάθεση ούτε για μουσική. Ξαπλωμένος στο σκοτάδι, κοιτάζω το ταβάνι. Μάλλον του έλειψα. Πέρασαν πολλές νύχτες που λειτούργησε σαν πεδίο βολής για σκέψεις που δε μπορούσε να φιμώσει η σιωπή.
Κι απόψε; Μάλλον το ότι δεν έχω τέτοιες σκέψεις πια (έστω λιγότερες και ασήμαντες) κάνει την αϋπνία βαρετή. Χωρίς το μελόδραμα της υπερανάλυσης. Δίχως το νιοστό αριθμό προσομοιώσεων στα εργαστήρια τoυ εγκεφάλου. Και κάθε μία από αυτές να προσφέρει μεγαλύτερο ποσοστό δικαίωσης. Είναι αστείο το πώς δουλεύει το μυαλό. Μερικές σκέψεις και μνήμες δε μπορεί να τις διαχειριστεί ούτε το υποσυνείδητο.
Μεγάλες μαλακίες για τις μικρές ώρες. Σηκώνομαι, ξαπλώνω, καπνίζω, κάνω πως διαβάζω. Δεν πιάνει τίποτα. Είπα πως θα το κόψω· πιθανόν είμαι από αυτούς που χρειάζονται έναν καινούριο εθισμό για να κόψουν έναν άλλο. Η νικοτίνη παραμένει το πιο αναξιόπιστα συνεπές θηλυκό. Θέλει τα χρήματά σου, το σώμα σου, τα χείλη σου, πάνω απ’ όλα τον χρόνο σου. Σε αφήνει πάντα ανικανοποίητο, κάποια στιγμή θα σε σκοτώσει, αλλά θα είναι πάντα παρούσα.
Ανυπομονώ να χειμωνιάσει, πεθύμησα το κρύο. Βροχερές μέρες κι εγώ κουκουλωμένος στο σπίτι να βλέπω ταινίες του Melville. Προοίμιο γηρατειών; Ίσως...
Ποιος θα ήθελα να είμαι απόψε... Ο Εξυπερύ, να πετάω πάνω από την έρημο. Ο Orson Welles στα γυρίσματα του The Lady from Shanghai. Ο Salgado στις εσχατιές του Αμαζονίου.
Πού θα ήθελα να είμαι απόψε... Στην πρώτη συναυλία των Porcupine Tree στην Αθήνα, το 1997. Την έχασα τελευταία στιγμή. Στην πρώτη προβολή του One from the Heart του Coppola. Στο Καμπ Νου, τον Μάιο του 1989, να δω τη Μίλαν του Σάκι.
Θα ήθελα να είμαι μια άλλη εκδοχή του εαυτού μου. Πιο αναπαυτικά δυστυχισμένη.
Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες
Snow Falling on Cedars (1999)
Το αίμα μοιάζει με στάχτη στο φεγγαρόφωτο. Ανέσυραν ένα πτώμα κοντά στον φάρο. Η ομίχλη σαν φωτοστέφανο στο τραυματισμένο του κεφάλι. Περπατάω στο λιμάνι, οι νιφάδες του χιονιού χορεύουν πάνω στο νερό.
Είμαι δημοσιογράφος, ψάχνω στα σκουπίδια της πραγματικότητας για στοιχεία. Τα αποκαΐδια της μνήμης παρελαύνουν στο σκοτάδι. Οι φωτιές του πολέμου, που δεν τελείωσε ποτέ. Συνελήφθη ο ένοχος, δικάζεται. Η αίθουσα του δικαστηρίου γεμάτη. Ανάμεσά τους εκείνη.
Ξαφνικά, εγώ είμαι ο κατηγορούμενος. Με δικάζει το μυαλό, η καρδιά είναι ο εισαγγελέας. Εκείνη είναι σύζυγος του φερόμενου δράστη. Μια ιστορία που έμεινε μισή, πριν χρόνια. Το «όχι» της ακόμα αντηχεί μέσα μου, πιο πολύ από τις κάννες του πολέμου, πιο βαθιά από κάθε ήττα.
Οι κοινωνικές συμβάσεις μάς χώρισαν, εκείνη δε τόλμησε να βαδίσει πιο πέρα από τον προκαθορισμένο δρόμο. Όλο αυτό το πάθος, ατελείωτες ώρες στο σκοτάδι, δύο κορμιά παραδομένα στα ρίγη μιας αγίας κόλασης. Όλα εκείνα τα λόγια, τα προδομένα «σ’ αγαπώ», έμειναν παγωμένα, κάπου ανάμεσα στον ενικό και στον μέλλοντα, στο καθαρτήριο των ερώτων.
Το βλέμμα της αγγίζει το δικό μου. Δεν αντέχω να την κοιτάζω, βγαίνω έξω. Χρειάστηκαν αρκετές άυπνες νύχτες για να παραδεχτώ στον εαυτό μου πως πηγαίνω στο δικαστήριο μόνο για να τη δω. Όχι για την είδηση, όχι για το ρεπορτάζ. Κι ας βρήκα στοιχεία που αθωώνουν τον σύζυγό της. Η δίκη έφτασε στο παρά ένα. Οι αποδείξεις στην τσάντα μου ζυγίζουν τόνους. Η υφή των χαρτιών μου κόβει τα δάχτυλα. Ξυραφένια ζάρια, που ό,τι κι αν φέρουν, χάνω.
Η μοίρα ενός αθώου είναι στα χέρια μου. Τι να κάνω; Ξέρω πως δεν τον αγάπησε ποτέ, τον παντρεύτηκε γιατί έπρεπε. Να πετάξω τα στοιχεία, να πούμε πως ισοφάρισα; Μια απώλεια για τη ζωή που δε ζήσαμε μαζί; Είναι σωστό; Είναι ηθικό;
Γυρίζω με τα πόδια στο σπίτι. Κάτω από το κίτρινο φως, οι σκιές ανθίζουν στους τοίχους. Κισσοί από τεθλασμένες αρτηρίες σκάνε και αιμορραγούν ερωτηματικά. Με κυνηγούν σαν λυσσασμένα αδέσποτα, με τραβάνε πίσω. Μπαίνω στο σπίτι· γύρω μου, τα φαντάσματα άλλων ζωών χορεύουν με τις αναμνήσεις. Μετά από ποτήρια βότκα, κάθομαι στην πολυθρόνα και χαζεύω τον αργό χορό τους. Απόψε, δε μ’ ενοχλούν· ίσα ίσα, η παρέα τους αλαφρώνει το βάρος του διλήμματος.
Τα μάτια μπλέκονται σ’ ένα συγκεκριμένο ζευγάρι. Μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου χορεύει μαζί της. Φοράει ένα μαύρο φόρεμα, το χαμόγελό της λάμπει από τρυφερότητα και λαχτάρα. Οι ημιδιάφανοι χορευτές μαδάνε σαν πικραλίδες στο πρώτο άγγιγμα της αυγής. Άυπνος, κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Οι συλλαβές απ’ τ’ όνομά της διαπερνούν κάθε μου λέξη. Τα φύλλα λικνίζονται δυσοίωνα.
Οι νύχτες ψεύδονται· γιατί να μην το κάνω κι εγώ; Ίσως να μην ξημέρωσε, ίσως να βρίσκομαι σε όνειρα μπλεγμένα μεταξύ τους. Παρατηρώ το άδειο σπίτι. Ντύνομαι διστακτικά, βγαίνω στη χιονισμένη πόλη. Ο βίος μου εδώ και χρόνια, ένα κενό ντυμένο με σκιές· οι δείκτες στα ρολόγια (πάνω και κάτω από το δέρμα) σταματημένοι σ’ εκείνη τη στιγμή. Από τότε, τα κάγκελα δεν έγιναν φτερά.
Πλησιάζω προς το δικαστήριο. Το πλήθος περιμένει να μπει. Νιώθω το βλέμμα της πάνω μου, χωρίς να την κοιτάζω. Βουβό, αμήχανο χαμόγελο. Τελικά, ποιος είναι ο ορισμός της ελευθερίας; Να είσαι οι στάχτες μιας φωτιάς και να επιλέγεις το πού και το πότε θα σκορπίσεις.
.jpg)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου