Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ ΙΙΙ

 

Κυριακή πρωί. Βυθισμένος στον καναπέ, ξεφυλλίζω τα ένθετα της κυριακάτικης εφημερίδας. Ποιος διαβάζει εφημερίδες σήμερα; Μερικοί συνταξιούχοι κι εγώ. Γιατί; Είναι ένα τελετουργικό νοσταλγίας· για μερικές ώρες αισθάνομαι πως βρίσκομαι ξανά σε καλύτερες εποχές. Ταυτόχρονα, είναι ένα καλό διάλειμμα από τις ψηφιακές ταχύτητες. Η μυρωδιά και η υφή του χαρτιού, το φυσικό περιβάλλον της ανάγνωσης. Δεν είναι φετιχιστικοί οι λόγοι· είναι η ανάγκη για επιστροφή στον πραγματικό ρυθμό του κόσμου.

Επιπλέον, η ανάγνωση της κυριακάτικης έκδοσης έχει ένα άρωμα πολυτέλειας, μια περιττή απόλαυση που φτιάχνει τη διάθεση. Όπως είπε και ο Oscar Wilde, μπορώ να στερηθώ τα αναγκαία, όχι όμως τα περιττά. Συνήθως αγοράζω δύο συγκεκριμένες εφημερίδες, εναλλάξ κάθε εβδομάδα. Πολύ σπάνια προτιμώ μια τρίτη. Πάντα με γοήτευαν τα ένθετα περιοδικά, η ποικιλία των θεμάτων· από εντελώς αδιάφορα μέχρι πραγματικά ενδιαφέροντα άρθρα. Δυστυχώς, ελάχιστα αξίζουν πλέον να τα διαβάσεις. Και παρά το ένα-δύο που παραμένουν αξιοπρεπή, το «Ε» της Ελευθεροτυπίας παραμένει το καλύτερο.

Αφήνω την εφημερίδα στην άκρη και ανοίγω ένα σκονισμένο κουτί. Ξεθάβω παλιές φωτογραφίες. Πόσο διαφορετική ήταν η σχέση μας με τη φωτογραφία πριν από 20 χρόνια; Το φιλμ και η εκτύπωση ήταν ακριβά. Βγάζαμε φωτογραφίες μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Κοιτάζω τις εικόνες κι αναρωτιέμαι αν είμαι πραγματικά εγώ· μοιάζουν με θραύσματα κάποιας άλλης ζωής, σε μια παράλληλη διάσταση.

Έχουν μια αθωότητα, έναν αυθορμητισμό  ή έτσι νομίζω. Το μυαλό έχει μουδιάσει από το τσουνάμι εικόνων που καταναλώνει κάθε μέρα. Κι όμως, τα ξεθωριασμένα χρώματα είναι πιο όμορφα· οι φωτογραφίες γερνούν κι αυτές, το χαρτί αναπνέει. Πλέον φωτογραφίζουμε εμμονικά, κυρίως τα πιο αδιάφορα πράγματα. Λες και η μνήμη μας δεν μπορεί να συγκρατήσει τίποτα και χρειαζόμαστε αποδείξεις ακόμη και για την πιο ασήμαντη ανάμνηση. Ειδικά το να φωτογραφίζεις φαγητά μού φαίνεται το πιο ηλίθιο πράγμα. Στερούμε από τις υπόλοιπες αισθήσεις το μερίδιο της ανάμνησης. Η αναπόληση είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι μοντάζ του μυαλού· δεν έχει σημασία αν οτιδήποτε συνέβη ακριβώς όπως το θυμόμαστε. Το μυαλό, το σώμα, η κάθε αίσθηση προσθέτει κι αφαιρεί κομμάτια. Το συναίσθημα ακόμη σιγοκαίει, κι αυτό είναι που μετράει.

 

«Λένε ότι, καθώς γερνάμε, οι ξεχασμένες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια επανέρχονται, ενώ την ίδια στιγμή η επαφή με το μεσαίο κομμάτι της ζωής μας εξασθενεί. Αυτό δεν μου έχει συμβεί ακόμη, αλλά μπορώ να φανταστώ πώς εξελίσσεται το φαινόμενο καθώς τα γηρατειά παίρνουν το πάνω χέρι. Ο νοητικός μας χώρος καταλαμβάνεται από ζωντανές σκηνές του παρελθόντος, ακολουθεί ένα μεγάλο κενό και, τέλος, παίρνει θέση ένα απτό, ασήμαντο παρόν καθώς επαναλαμβανόμενες ημέρες και επαναλαμβανόμενες περίοδοι σύγχυσης περνούν σαν διαβατάρικα σύννεφα. Με άλλα λόγια, η ζωή του καθενός μας θα συρρικνωθεί σε μια ιστορία με μια μεγάλη τρύπα στη μέση».

Τζούλιαν Μπαρνς - Αναχωρήσεις (εκδ. Μεταίχμιο, μτφρ. Κατερίνα Σχινά)

 


Ίσως κάποιοι να νιώθουμε αναλογικοί παίκτες σ’ έναν ψηφιακό κόσμο, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό. Το φιλμ παραμένει το πραγματικό δέρμα του χρόνου, με το φως και το σκοτάδι να είναι το αίμα που τρέχει μέσα του. Δεν είμαι κάποιου είδους λουδίτης· εκτιμώ αφάνταστα τον εκδημοκρατισμό της τεχνολογίας. Η νοσταλγία είναι ένας ευχάριστος αντιπερισπασμός από το γεγονός ότι πλέον γερνάς, δεν μεγαλώνεις. Εδώ και χρόνια όλο λέω πως θα ασχοληθώ με την αναλογική φωτογραφία και δεν το κάνω ποτέ. Μου αρέσει να λέω στον εαυτό μου πως δεν είμαι έτοιμος, πως θα συμβεί όταν πρέπει.

Βλέπω ξανά την τελευταία μικρού μήκους ταινία που γύρισα. Παρατηρώ μόνο λάθη και παραλείψεις. Αναρωτιέμαι αν αξίζει τον κόπο. Γιατί δεν κράτησα τα χρήματα για να πάω διακοπές; Ξέρω την απάντηση. Γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αν δεν τη γύριζα, δεν θα άντεχα τον εαυτό μου. Είναι σχεδόν μια φυσική ανάγκη. Ακούγεται επιτηδευμένο και ελαφρώς ναρκισσιστικό, αλλά ποιος δημιουργός δεν είναι ματαιόδοξος, κι ας μην το παραδέχεται;

Ανεβαίνω στην ταράτσα. Η πανσέληνος αιμορραγεί το χλωμό φως της. Άραγε, σε ποιο σημείο πάνω στην ανατομία της πόλης κρύβεται ένα μέρος που περιμένει μια ιστορία να γεννηθεί; Το μελωδικό μουρμουρητό των δρόμων με γαληνεύει. Θυμάμαι μια φράση από το βιβλίο «Η τελευταία πνοή» του Luis Buñuel:

«Ο χρόνος δεν αλλάζει τα πράγματα. Ζεις τη ζωή εσωτερικά. Ταξίδια δεν υπάρχουν».

Πετάω το τσιγάρο και κατεβαίνω τις σκάλες.


Αντί φωτογραφίας

«Υπάρχει ένα πράγμα που μου έχει πει, το έχω αναφέρει κι άλλες φορές, αλλά μου έχει μείνει βαθιά χαραγμένο. Ήμασταν στο Πήλιο. Είχαμε σταματήσει κάπου ψηλά για να δούμε τη θέα. Δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήμουν, μικρή όμως. Και λέω: “Τι ωραίο, πρέπει να το φωτογραφίσει κανείς”. Και μου απαντά: “Όχι. Πρέπει να το θυμάται”. Αυτό μου έμεινε. Θυμάμαι, ας πούμε, την κόρη μου στην παιδική χαρά, ενάμισι έτους, με ένα σκουφάκι με δύο μπλε πον πον. Και το ξέρω, αυτή είναι μια εικόνα που πρέπει να τη θυμάμαι. Έχει αποτυπωθεί σαν κανονική φωτογραφία. Αργότερα, όταν άρχισα να ασχολούμαι και η ίδια με τη φωτογραφία, κατάλαβα ότι, ναι, κάποια πράγματα μπορείς να τα φωτογραφίσεις, αλλά δεν μπορείς να αποδώσεις την αίσθηση του να είσαι εκεί. Οπότε τώρα κάποιες εικόνες τις αφήνω να περάσουν. Διαλέγω να τις θυμάμαι».

Η Χλόη Ακριθάκη μιλάει για τον πατέρα της Αλέξη Ακριθάκη, συνέντευξη στην Καθημερινή.



Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες

Miracle Mile (1988)

Τετάρτη πρωί. Έφτασε στο γραφείο δέκα λεπτά πιο νωρίς. Κοιτούσε το πληκτρολόγιο με αηδία. Πώς θα περάσει η μέρα; Διάβασε μερικά άρθρα για ζέσταμα. Το τελευταίο ήταν ένα γεροντίστικο παραλήρημα με τίτλο «Η αποδόμηση της ελληνικής γλώσσας».

«Πλήθος βαρβαρισμών αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας. Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε τον πραγματικό κίνδυνο που διατρέχει η ελληνική γλώσσα...».

Αναγούλιασε. Τέσσερις ώρες μετά, σηκώθηκε και βγήκε έξω. Όσο κι αν προσπαθεί να κόψει το τσιγάρο, η νικοτίνη είναι η πιο πιστή ερωμένη. Το βλέμμα του κολύμπησε ανάμεσα στους περαστικούς. Την είδε να κατηφορίζει. Νεαρή ασκούμενη δικηγόρος, 25 ετών. Ξανθιά, καλλίπυγη, πάντα με δύο κουμπιά ξεκούμπωτα στο πουκάμισό της. Μια χαραμάδα στο σώμα της, ένας κρυμμένος ορίζοντας πιθανοτήτων. Αναρωτήθηκε αν το έκανε επίτηδες, αν ήταν μέρος της τακτικής της.

Πέρασε από μπροστά του. Άλλη μια μέρα που δεν βρήκε το θάρρος να της μιλήσει. Πέταξε το τσιγάρο κι επέστρεψε στο γραφείο. Η ηχώ του αρώματός της δεν τον άφηνε να δουλέψει. Υγρό πυρ που έκαψε κάθε στρέμμα υπομονής. Στον γυρισμό, αποφάσισε πως αύριο θα της έπιανε κουβέντα. Η νύχτα τον γέμισε προσδοκίες. Μικρές σκηνές, όπου η καθημερινότητα θα γινόταν λίγο πιο γλυκιά: να την περιμένει να σχολάσει, να ξυπνούν μαζί τις Κυριακές. Χαμογέλασε και προσπάθησε να κοιμηθεί.

Την επόμενη μέρα, ξύπνησε ευδιάθετος. Ανυπομονούσε να τη δει. Βγήκε για τσιγάρο πιο νωρίς. Ενώ χάζευε το κινητό του, έπεσε το σήμα και η σύνδεση με το ίντερνετ. Μετά τη δουλειά θα περνούσε από ένα κατάστημα να το κοιτάξουν. Σήκωσε τα μάτια και την είδε. Εκείνη τη στιγμή, κι ενώ εκείνη πλησίαζε, μια ακαταμάχητη αίσθηση επείγοντος πυρπόλησε τα σωθικά του. Λίγα μέτρα πριν περάσει από μπροστά του, μια έκρηξη τράνταξε το έδαφος. Δύο κτίρια πήραν φωτιά.

Χωρίς να το σκεφτεί, την έπιασε από το χέρι κι άρχισαν να τρέχουν. Οι δρόμοι έμοιαζαν με μυρμηγκοφωλιά που πλημμύρισε. Ένα ντόμινο εκρήξεων πίσω τους, κραυγές, θραύσματα τσιμέντου. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν. Ακόμη και τρομαγμένη, του φάνηκε τόσο όμορφη. Πρόσεξε ένα σταματημένο αυτοκίνητο με ανοιχτή την πόρτα του οδηγού. Μπήκαν μέσα, έβαλε μπροστά και πάτησε το γκάζι.

Δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Κοίταζαν πίσω τους τις φλόγες να σκεπάζουν τα πάντα. Έφτασαν στη θάλασσα. Βγήκαν από το αυτοκίνητο, κάθισαν στο καπό και παρατηρούσαν το φλεγόμενο χάος. Εκείνη σφίχτηκε πάνω του αντανακλαστικά. Το άρωμά της άπλωσε ρίγη στο δέρμα του. Χάζευαν την καταστροφή μαγεμένοι· τα ερείπια είχαν ένα είδος ποιητικής ακινησίας. Γύρισε προς το μέρος της, τα δάχτυλά του χάθηκαν μέσα στα μαλλιά της. Τον κοιτάζει με απελπισμένη τρυφερότητα.

«Ήθελα καιρό να σου μιλήσω».

«Και γιατί δεν το έκανες;»

«Φοβόμουν».

«Έπρεπε να περιμένεις το τέλος του κόσμου;»

«Ίσως να ήταν η κατάλληλη συγκυρία για να το κάνω».

Σκύβει και τη φιλάει. Εκείνη ξαφνιάζεται. Τα χείλη του χαϊδεύουν απαλά και διστακτικά τα δικά της. Ένα αργό, υγρό φιλί, ενώ στο φόντο λουλούδια καπνού ραγίζουν τον ορίζοντα.

«Και τώρα τι κάνουμε;»

Έμεινε να την κοιτάζει ζαλισμένος. Ευχήθηκε να μπορούσε να παγώσει τον χρόνο για πάντα·  ήταν η τελειότερη στιγμή που έζησε. Ακόμη κι αν στα επόμενα δευτερόλεπτα το ωστικό κύμα θα τους έκανε κομμάτια. Τη φίλησε ξανά.