Σάββατο 30 Ιουλίου 2022

A Song For Beth II

 


Standing at the edge of the mirror

Amidst the shadows of whispers

Confined in nowhere 

Concealed within


Her voices surround me

Outnumbered by  her dreams

Among the pieces of burned out bridges


I let you taste every fear I've bled

Make me shiver

Let my rivers flow

Be the storm that will wash away the ashes


Tidal fingers bring down the moon

Scrath the stars from the sky

Tear the deserts from this night


Breathe life into obsession's wings

Place the heart in the blinding lights

Shadow  wrapped in fireworks


Veils of silver obscure the dawn

Riddle in her eyes remains unbroken

She's a spell that a name will stain





Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

Λαβύρινθος από οθόνες


 Η οθόνη του κινητού ανοίγει σαν πόρτα. Μπαίνω μέσα, κοιτάζω γύρω μου καχύποπτα. Με κυνηγούν διαφημίσεις, νυχτερίδες με δεκάδες διαφορετικές φωνές. Τις απωθώ με μυγοσκοτώστρα. Μπαίνω στην πρώτη πόρτα που βρήκα ανοιχτή. Νομίζω πως γλύτωσα, όταν ξαφνικά με περικυκλώνουν εκατοντάδες άνθρωποι, μου ζητάνε να θαυμάσω τι τρώνε, που βγαίνουν, τι πίνουν, τις φωτογραφίες των διακοπών τους, τα κατοικίδια τους, τις ταινίες και τις σειρές που βλέπουν. Τρέχω να σωθώ, πίσω από την επόμενη πόρτα, οι τρελοί μου ζητάνε να συμφωνήσω μαζί τους. Χρειάστηκε να περάσω από πολλούς διαδρόμους για να ξεφύγω από όλους αυτούς.

Ανοίγω την πόρτα της τηλέορασης. Βρίσκομαι σε ένα ομιχλώδες καφενείο. Διάφοροι κουστουμαρισμένοι διοπτροφόροι καπνίζουν τα πούρα τους. Φυσάνε τον καπνό τους πάνω μου, προσπαθούν να με πείσουν πως ο εργοδότης τους βρίσκεται στην σωστή πλευρά της ιστορίας και της πολιτικής. Το σκάω από το παράθυρο του tablet. Με κυνηγάνε στους δρόμους διάφοροι ημιπάλαβοι, που ουρλιάζουν πιο πολύ κι από Ερινύες με περίοδο. Ανάμεσα στα ακατάληπτα παραληρήματα,  η γη είναι επίπεδη, μας κυβερνούν ανθρωπόμορφα σαλάχια, τα εμβόλια προκαλούν τύφλωση, αυτισμό, κρυφό θαυμασμό για την κυβέρνηση.

Στο επόμενο στενό, οι ορδές είναι πιο φιλικές, μα και ύπουλες. Με πίανουν από τον ώμο και μου πουλάνε lifestyle, θετική ενέργεια, οδηγίες προς την ευτυχία και την επιτυχία. Ρούχα, παπούτσια, φυλακτά, feng shui, θρησκεία πακεταρισμένη σε brands, καταναλωτισμό με περιτύλιγμα φιλοσοφίας, δίαιτες, γυμναστική, ιστορία, αστρολογία μεταμφιεσμένη σε ψυχολογία.

Κουράστηκα να τρέχω. Άνοιξα μια βαλίτσα και βρέθηκα σε ένα υπόγειο, έχασα το μέτρημα από τις πόρτες και τους διαδρόμους. Άρπαξα κατί μεταξύ ροπάλου και κουπιού και επιστρέφω. Τους κοπάνησα όλους, πριν καταλήξω στο καπνισμένο εντευκτήριο και τοποθετήσω τα πούρα ως υπόθετα, υπογλώσσια, υπό μάλης, υπό ρουθουνιού και γενικά σε όποια σωματική οπή βρήκα εύκαιρη, στον εκάστοτε καπνιστή. Έφτασα σπίτι. 

Ανοίγω την πόρτα του ψυγείου. Βρίσκω ένα οικογενειακό παγωτό. Παίρνω ένα κουτάλι και βουτάω στον καναπέ. Ελπίζω να μην έχει τίποτα φασολάκια αντί για καϊμάκι . Ανοίγω το κουτί, μέσα μια φωτογραφία. Πέφτω μέσα της, βρίσκομαι σ'ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα. Με κοιτάζεις έκπληκτη.

"Τι έπαθες;".

Που να σου εξηγώ..

"Είδα έναν πολύ περίεργο εφιάλτη".

Χαμογελάς.

"Και σου είπα, να μην τρως τόσο παγωτό πριν κοιμηθούμε". 

Βγάζεις το πάνω μέρος του μαγιό και μου το πετάς στη μούρη. Τρέχεις στη θάλσσα, σε ακολουθώ. Πέφτουμε αγκαλιά στο νερό, φιλιόμαστε. Βουτάω να σε πίασω, πέφτω ξανά στο σπίτι. Θέλω να επιστρέψω σε σένα. Ανοίγω βιβλία, οι λέξεις πέφτουν σαν βροχή, τα ρήματα έχουν πιο γλυκιά γεύση από τα επίθετα και τα ουσιαστικά. Ανοίγω δίσκους, σκονισμένα τετράδια. Μικρά πυροτεχήματα ζωγραφίζουν το ταβάνι. Κάθε ένα από αυταά, μια ανάμνηση, πριν προλάβω να την αγγίξω, σβήνει. Είμαι ένα metaμοντέρνο κοριτσάκι με τα σπίρτα;

Ανοίγω το συρτάρι, τα χρώματα πλημμυρίζουν το δωμάτιο, το κύμα με παρασύρει. Χάνω τις αισθήσεις μου. Ξυπνάω δίπλα σου. Το κεφάλι σου στο στέρνο μου.

"Είναι τόσο όμορφα εδώ. Δε θέλω να φύγουμε ποτέ. Γιατί όμως;"

"Δεν ξέρω. Αλλά νιώθω, πως όσο μένουμε εδώ, θα είμαστε για πάντα νέοι. Σ'ένα καλοκαίρι που δε θα τελειώσει ποτέ".

Γελάς. Μου χαϊδεύεις το πρόσωπο και με φιλάς. Πάντα το ήξερα, όμως όσες φορές και να το διαπιστώσω, δεν σταματά να με ανατριχιάζει και να με γαληνεύει ταυτόχρονα. Το χαμόγελο σου είναι η μονάδα μέτρησης της ευτυχίας μου. 

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Ας μείνουμε λίγο ακόμα. Πριν μας χωρίσουν πάλι οι οθόνες σαν κλειδωμένες πόρτες.




Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

4 Poems By Octavio Paz

 


Across

I turn the page of the day,

writing what I'm told

by the motion of your eyelashes.


I enter you,

the truthfulness of the dark.

I want proofs of darkness, want

to drink the black wine:

take my eyes and crush them.


A drop of night

on your breast's tip:

mysteries of the carnation.


Closing my eyes

I open them inside your eyes.


Always awake

on its garnet bed:

your wet tongue.


There are fountains

in the garden of your veins.


With a mask of blood

I cross your thoughts blankly:

amnesia guides me

to the other side of life.


Last Dawn

Your hair is lost in the forest,

your feet touching mine.

Asleep you are bigger than the night,

but your dream fits within this room.

How much we are who are so little!

Outside a taxi passes

with its load of ghosts.

The river that runs by

is always

running back.

Will tomorrow be another day?


Touch

My hands

Open the curtains of your being

Clothe you in a further nudity

Uncover the bodies of your body

My hands

Invent another body for your body


Two bodies

Two bodies face to face

sometimes it's two waves

and the night is ocean.


Two bodies face to face

sometimes two stones

and the desert night.


Two bodies face to face

they are sometimes roots

at night linked.


Two bodies face to face

they are sometimes razors

and the lightning night.


Two bodies face to face

they are two stars that fall

In an empty sky






Παρασκευή 22 Ιουλίου 2022

Tomorrow Never Comes

 

He sits behind her in the evening.

She turns and asks him for a light.

He worked so hard so he'd be something.

Just what it was she never knew.


He lays beside her as she's sleeping.

She asks if everything's alright.

Is there a secret he's been keeping?

She doesn't know anything he says.

He doesn't feel anything she says.


I've been waiting for too long for love like this

To let it slip away.

I've been waiting for your tender kiss.


She says, "I just might leave tomorrow."

He says, "Tomorrow never comes."

So we'll just learn to love our sorrow.

I'll love you tender as your sleeping.

I'll love you bitter through the day.




Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

Τελευταίο δρομολόγιο

 

Τελευταίο μέτρο, με το ζόρι κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά. Οι καλοκαιρινές νύχτες έχουν μια γλυκόπικρη μελαγχολία, ένα άρωμα αναμνήσεων και προσδοκιών. Όταν το παρόν είναι αδιάφορο, το μυαλό ψάχνει παρηγοριά στο παρελθόν και το μέλλον.

Άλλη μια μέρα που έφυγε σαν τσιγάρο. Θυσιάζεις κάποιους μήνες για να αποκτήσεις κάτι. Ένα ταξίδι στο εξωτερικό για μερικές μέρες. Αξίζει; Ειλικρινά δεν ξέρω. Μου θυμίζει άδεια από τη φυλακή. Η καθημερινότητα είναι τέρας που δεν δαμάζεται. Καταβροχθίσει τεράστιες ποσότητες από τη λογική και τις αντοχές σου.

Όταν είσαι 40, νιώθεις πως δεν έχεις αρκετό χρόνο, για τίποτα. Πως δε θα προλάβεις. Πέφτεις στο κρεβάτι πτώμα, και εύχεσαι να σε πάρει ο ύπνος πριν σε καταπιούν οι υπολογισμοί. Θα βρεις ποτέ τον αλγόριθμο της ευτυχίας; Έστω μιας όχι και τόσο εύθραυστης πνευματικής ισορροπίας; Από τη μια προσπαθείς να χωρέσεις όσο πιο πολλά μπορείς σε ένα-δύο ρεπό. Από την άλλη, αισθάνεσαι πως δεν έχεις τίποτα σημαντικό να κάνεις, κάτι που πραγματικά να θέλεις.

Υπάρχει ένας φάκελος στο laptop που μου θυμίζει τη ζωή μου. Μια αντανάκλαση του χάους. Γεμάτος από δεκάδες αρχεία, σενάρια(μικρού και μεγάλου μήκους, κύκλοι σειρών) διηγήματα, ημιτελή μυθιστορήματα και νουβέλες, σημειώσεις για αλλά τόσα. Τι από όλα αυτά θα γίνει; Ποτέ, πως;Τι πραγματικά αξίζει; Ο Νερούδα είχε πει ότι η ποίηση γράφεται με σκοτάδι και αίμα. Αν το μελάνι (ψηφιακό ή πραγματικού) είναι το αίμα της γραφής, κάποιες φορές χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο για να δώσει πνοή και νόημα στο οτιδήποτε.

Βγαίνω από το σταθμό, δεν έχω κουράγιο να περπατήσω μέχρι το σπίτι. Χρειάζομαι ένα διάλειμμα; Δεν έπιασε. Μετά ήθελα ένα διάλειμμα από το διάλειμμα, και κατέληξα σε έναν φαύλο κύκλο αντιπερισπασμών. Τι θέλω, τι έχω καιρό να κάνω; Μια συναυλία ίσως; Βαριέμαι και δεν έχω πλέον αντοχές για τόση ορθοστασία και φασαρία. Μονο καθιστός, είμαι το πολύ για jazz live, κουτούκια, άντε και κάνα σκυλάδικο στο τσακίρ κέφι(not). Εξάλλου, μόνο τους Hellacopters ήθελα να δω και δεν τα κατάφερα, αμφιβάλλω αν θα ξαναέρθουν. Σινεμά ίσως; Το Bullet Train αργεί να βγει. Και το σινεμά είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο να το μοιραστώ, δεν είναι το ίδιο. Τι χρειάζομαι; Αφήστε με σε μια ερημική παραλία (αλλά το ξενοδοχείο να μην είναι πολύ μακριά και να έχει και wi-fi) μέχρι η χορωδία των κυμάτων να ξεπλύνει κάθε περιττή σκέψη από μέσα μου.

Κάθε βράδυ (αν και συνήθως είναι πρωί) παλεύω με ένα συναίσθημα αποπνικτικό. Πως δεν θα έχω ποτέ αυτό που θέλω, στο παρά ένα θα το χάσω, ένω το έχω αγγίξει, το έχω γευτεί. Δεν ξέρω αν είναι κατάθλιψη, πλήξη, απογοήτευση, δυσπεψία, γηρατειά, all of the above, none of the above. Μικρά παυσίπονα σε όλο αυτό, οι ρομαντικές κομεντί. Τον τελευταίο καιρό, ξαναβλέπω κάποιες. Όσο πιο τραβηγμένες, τόσο το καλύτερο. Το Serendipity είναι ό,τι καλύτερο είδα αυτόν το μήνα. Ιστορίες που το happy end είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. 

Το ξέρω πως εδώ και 1,5 χρόνο έχω καταντήσει drama queen, αλλά κάπου πρέπει να τα πω κι εγώ. Οι φίλοι μου τα ξέρουν -κι απορώ γιατί με κάνουν παρέα- σε ψυχολόγο δεν πάω, γιατί είμαι πολύ εσωστρεφής και δεν έχω λεφτά (κι αν είχα, θα τα ξόδευα σε Chivas Reagal) , και δεν είμαι ακόμα αρκετά γέρος για να το ρίξω στην θρησκεία. Αυτή η συναισθηματική ασφυξία, ξεκινάει από το καλοκαίρι του 2020. Πέρα από προσωπικά θέματα, το οριοθέτησαν οι ταινίες του Woody Allen. Για κάποιο αδιευκρίνηστο λόγο, είδα όσα φιλμ του δεν είχα δει. Μεταξύ μας, από τα μέσα της δεκαετίας του 80, μέχρι τώρα, το 90% δεν βλέπονται. Ειδικά στα 90s , ο ορισμός της μιζέριας. Το ίδιο μοτίβο, βαριεστημένοι μεσοαστοί, που επειδή δεν κάνουν σεξ, ψάχνουν διανοουμενίστικα άλλοθι. 

Και σχεδόν πάντα στο τέλος, κανείς δεν έχει αυτό που θέλει και μιζεριάζει ακόμη περισσότερο. Μεσοαστός δεν είμαι, και δεν το σεξ δεν είναι το βασικό μου πρόβλημα. Όμως εκείνο το καλοκαίρι άφησε ένα σύννεφο, που στραγγαλίζει τις αισθήσεις και τις σκέψεις, μια σκιά που καταπίνει τα πάντα. Ναι, το ξέρω, ο φετιχισμός μου με τις ταινίες χρήζει ιατρικής βοήθειας, όμως είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει. Απεχθάνομαι τον Σταυρό Του Νότου και τον Καββαδία, αλλά δυστυχώς το συνοψίζει ιδανικά.

Τι να δω απόψε; Το Walk In The Clouds (1995). Είναι τόσο σιροπιαστό που αφού τελειώσει, χρειάζεσαι δύο ποτήρια νερό για να φύγει η γλύκα. Ό,τι ακριβώς χρειάζομαι, σε μια πραγματικότητα, που δεν είναι καν κακή ταινία. Κάτι ανάμεσα σε reality και ελληνικό καθημερινό σήριαλ. Ο Tom Waits θα μου κάνει πάλι παρέα. Τα λέει καλύτερα από μένα.


but romeo is bleeding but nobody can tell

and he sings along with the radio

with a bullet in his chest


but romeo is bleeding as he gives the man his ticket

and he climbs to the balcony at the movies

and he'll die without a wimper

like every heros dream

just an angel with a bullet

and cagney on the screen




Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

I'd like to fly, but my wings have been so denied

 


Once upon a crime, there was a dream. It was eager to grow up and become reality. But time was not on its side. So the dream disguised as hope. Hope springs eternal, but sometimes it takes too long. The dream hid behind the mask of obsession. Obsessions move faster, most of the times going nowhere. Days became years, and the dream felt lost. Did it became a fantasy, a teenage pipe dream?

The dream was growing weary and desperate, its wing were denied. It cut them off and burned them. It was standing on the edge of the world. Closed its eyes and fell. Just before it hit the ground, it transformed, in a thousand butterflies. It became pearls, inside the clouds, snow in the desert, volcanic veins on icebergs, flowers on the asphalt, echo of laughter in the wind. Whisper of waves in dark apartments, lipstick on mirrors, unexpected calls in the middle of the night. Words like "i, m sorry", "I've missed you", "yes". 

Sometimes, the best and the worst part of dreams, it's that they never die. 






Σάββατο 16 Ιουλίου 2022

Μεθυσμένος στην ταράτσα

 


Τα φώτα της πόλης μουρμουρίζουν κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω. Η πανσέληνος μοιάζει με φως ανάκρισης, δεν ξέρω ποιος ανακρίνει ποιον και γιατί. Νιώθω σαν χάρτινη συσκευασία χυμού, αφού άδειασε από το περιεχόμενο, φούσκωσε από αέρα. Για μια στιγμή νιώθεις γεμάτος, και το δευτερόλεπτο πριν σκάσεις, συνειδητοποιείς πως ξεχειλίσες από το τίποτα.

Αναρωτιέμαι για πόσο θα κρατήσει όλο αυτό. Αν κάποια στιγμή θα καταφέρω να βγάζω χρήματα από αυτά που είμαι καλός ή αν θα περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου σε προσωρινές δουλειές του ποδαριού. Προσωρινές δουλειές, σχέσεις. Και δεν υπάρχει κανένα κίνητρο. Είμαι ερωτευμένος με μια ιδέα ή με έναν άνθρωπο; Έναν χαρακτήρα μιας ταινίας που έμεινε στη μέση; Κάποια που ήταν πολύ μικρή για αυτόν το ρόλο ή ο ρόλος ήταν πολύ μεγάλος για εκείνη; Είναι τόσο δυσθεώρητο τείχος ο εγωισμός; Υπάρχει ένας αριθμός κινητού που τον ξέρω καλύτερα από τον δικό μου. Σταματάω πάντα στο παρά ένα.

Γυρίζω στο σπίτι μετά τη δουλειά. Και σκέφτομαι όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες της οικειότητας που δίνουν στον χρόνο αξία. Η αίσθηση πως κάποια σε περιμένει. Η χροιά της φωνής της στο τηλέφωνο, θα γλυκάνει την κούραση. Το χάδι της στο πρόσωπο, μόλις γυρίσεις, θα ξεπλύνει την μετριότητα της ρουτίνας. Μικρές χειρονομίες, τα χαζά αστεία μεταξύ του ζευγαριού, θα σου βγάλει τα ρούχα και τα παπούτσια. Θα κάτσει δίπλα σου, να σε ρωτήσει πώς ήταν η μέρα σου. Θα γείρεις στην αγκαλιά της για μερικά λεπτά, πριν το φαγητό. Το γέλιο της είναι αρκετό. Να σε κάνει ν'αντέξεις.

Να κάνετε όνειρα μαζί, κι ας μη γίνουν ούτε τα μισά. Να σχεδιάζετε ταξίδια, διακοπές. Ένα τριήμερο τελευταία στιγμή. Να πηγαίνετε σινεμά, κι είσαι πτώμα από τη δουλειά. Γιατί τίποτα δε σε ξεκουράζει, όπως να την βλέπεις να ενθουσιάζεται σαν παιδί, ενώ σου κλέβει ποπ κορν. Να απολαμβάνεις όλες αυτές τις μικρές συνήθειες που έχετε μαζί.

Πετάω τα άπλυτα στο πλυντήριο. Το διαμέρισμα ένα μουσείο παγωμένων προσδοκιών. Όσο μεγαλώνεις, καταλαβαίνεις πως τις μέρες και τις νύχτες, τις μεταμορφώνουν σε ευτυχία μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες πινελιές. Η μυρωδιά των μαλλιών της ενώ κοιμάσαι δίπλα της, τα ρούχα της πεταμένα παντού στο δωμάτιο. Ο καφές της μισοτελειωμένος. Και την ρωτάς για νιοστή φορά, αν δεν της άρεσε, ίσως γιατί σου αρέσει ν'ακους την απάντηση, κι ας ξέρεις πως είναι γοητευτικά αφηρημένη.

Κατεβαίνεις στο βυθό των ερωτηματικών. Ο πόνος έχει ξεθυμάνει κάπως. Δε θα φύγει τελείως, κάποια μέρη των αισθήσεων, των σκέψεων και των κυττάρων θα μείνουν μουδιασμένα, σχεδόν ανάπηρα. Πλέον έχει μείνει το κατακάθι της μοναξιάς, η πλήξη, αφόρητη πλήξη. Δεν έχεις διάθεση για τίποτα, απλά θέλεις να κοιμάσαι όσο περισσότερο μπορείς.

Ζαλίζομαι, το αλκοόλ δε μου προσφέρει λήθη πλέον. Η μέθη λειτουργεί σαν αναβολικό της ανίας. Σαν να προσπαθείς να τρέξεις μέσα στο νερό. Όπως εκείνα τα όνειρα, που νιώθεις πολύ αδύναμος και δεν μπορείς να χτυπήσεις κάποιον. Η νύχτα είναι φυλακή και η μέρα το προαύλιο της. Μπαίνω στο σπίτι, κι απόψε ο καναπές εκτελεστικό απόσπασμα των αναμνήσεων και των απωθημένων. Κλείνω τα μάτια και βουλιάζω στα μαξιλάρια.

Τι έχει σημασία πια; Τι αξίζει να περιμένεις; Πόσο χρόνο, διάθεση και αντοχή να υποθηκεύσεις, με τι αντάλλαγμα, για πόσο, και πότε; Κάποια στιγμή ενθουσιάστηκα με κάποια άλλη; Ήταν όντως κάτι καινούργιο ή απλά με συνάρπασε μια παραλλαγή της προηγούμενης; Είμαι παγιδευμένος σε μια αιώνια επανάληψη του ίδιου μοτίβου. Αισθάνομαι 1500 ετών. Θέλω το μυαλό μου να σβήσει σαν το τσιγάρο στο τασάκι. Στάχτη στον άνεμο. 

Έχουν ανέβει καλύτερα, χειρότερα, πιο προσωπικά και σίγουρα πιο μεθυσμένα κείμενα από αυτό. Ας με συγχωρήσει όποιος διαβάζει αυτό το blog, που πολύ συχνά γίνεται πεδίο βολής τηε κακής μου διάθεσης, είναι η πιο φτηνή ψυχοθεραπεία και η μίνη που πιθανόν ν αμπορώ ν'αντέξω. Από παιδιάστικη αντίδραση, θα κοιμηθώ στον καναπέ, κι ας δουλεύω αύριο. Κι ας περιμένω μάταια να χτυπήσει το κουδούνι. Να χτυπήσει και να είναι κάποιος πίσω από την πόρτα, κι όχι κάποιο δειλό φάντασμα που η λιγοψυχία του φτάνει μέχρι τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Που τσιγκουνεύεται αισθήματα, λέξεις και  πράξεις. Η εξασφάλιση είναι η μετριότητα της ψυχής. Τελευταία δικλείδα ασφαλείας της όποιας λογικής, οι ίδιες ταινίες. Δεν έχει σημασία, πόσες  από τις μάχες της ζωής σου  θα κερδίσεις ή θα χάσεις. Σημασία έχει να είσαι εκεί. Keep punching, and punching. 


ΥΓ Όσο μακρυά κι αν πας, δεν μπορείς να ξεφύγεις από τον εαυτό σου.



Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022

Αλμπέρ Καμύ - Το Καλοκαίρι

 



Τα μεσάνυχτα, μόνος στην ακροθαλασσιά. Θα περιμένω κι άλλο και ύστερα θα φύγω. Ακόμα κι ο ουρανός στέκει ακίνητος μ' όλα τα αστέρια του, όπως εκείνα τα υπερωκεάνια γεμάτα φώτα που, τούτη την ίδια ώρα, φωτίζουν σε ολόκληρο τον κόσμο τα σκοτεινά νερά των λιμανιών. Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά. Μια ξαφνική αγάπη, ένα μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη με ακαταμάχητα θέλγητρα. Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ'όνομα του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου; Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας. Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας.

Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ… Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Έτσι θα ‘πρεπε ν’ αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα. Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα
Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα! Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς .
Σε κάθε κύμα μια υπόσχεση, πάντα η ίδια. Τι λέει το κύμα; Αν θα ‘πρεπε να πεθάνω περιστοιχισμένος από κρύα βουνά, αγνοημένος από τον κόσμο, δίχως την αγάπη των δικών μου, εξουθενωμένος τέλος, η θάλασσα, την ύστατη στιγμή, θα γέμιζε το κελί μου, θα ερχόταν να με συγκρατήσει πάνω από το είναι μου και να με βοηθήσει να πεθάνω χωρίς μίσος.

Δεν υπάρχουν πια έρημοι. Δεν υπάρχουν πια νησιά. Αισθάνεσαι όμως την ανάγκη τους.

Ξέρετε τι θαυμάζω πιότερο στον κόσμο; Την ανυμποριά της δύναμης να θεμελιώσει κάτι.

Ο κόσμος ξανάρχιζε κάθε μέρα στην Τιπαζά μέσα σ' ένα φως καινούριο πάντα. Ω φως! Κραυγή όλων των ηρώων στο αρχαίο δράμα, μπροστά στο πεπρωμένο τους. Το τελευταίο τούτο καταφύγιο ήταν και δικό μας και τώρα το 'ξερα. Στην καρδιά του χειμώνα, ανακάλυπτα επιτέλους πως φύλαγα μέσα μου ένα αήττητο καλοκαίρι.

Αποσπάσματα από το βιβλίο Το Καλοκαίρι του Αλμπέρ Καμύ.








Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

A Stranger On Earth

 


Η πόλη είναι όμορφη λίγο πριν ξημερώσει. Έχει μια γαλήνη που γλυκαίνει την ασχήμια της. Ανάμεσα στα φώτα και στον ουρανό που ραγίζει το αίμα της μέρας, όλα έχουν - έστω για λίγο- μια κινηματογραφική γοητεία. Οι σιλουέτες των ελάχιστων περαστικών, τα φανάρια, οι στάσεις των λεωφορείων, σκηνικά που περιμένουν μια σκηνή ν'ανθίσει. Λέω συνέχεια στον εαυτό μου, πως κάποιο πρωί, θα σηκωθώ και θα τραβήξω φωτογραφίες αυτή την ώρα.

Φυσικά δε θα το κάνω ποτέ. Λίγο η δουλειά, λίγο η πλήξη, το αναβάλλουν συνέχεια. Κάποια στιγμή θα γίνει, με την κατάλληλη αφορμή. Είναι οι ζωές μας, καθημερινή σειρά, που ονειρεύεται, πως κάποιες νύχτες γίνεται ταινία; Ή μίνι σειρά επιπέδου HBO; Παλεύει να χωρέσει happy ends και κορυφώσεις σε κάθε μέρα της εβδομάδας;

Νυστάζω, δυσκολεύομαι να παραμείνω ξύπνιος στο μετρό. Προσπαθώ να βρω το ιδανικό soundtrack, αυτό που θα ξεκλειδώσει το ρυθμό της στιγμής, θα μεταμορφώσει άλλη μια καθημερινή σε κάτι άλλο. Αλλά πίσω από το μακιγιάζ και τα όμορφα ρούχα, κάποιες μέρες εξακολουθούν να είναι άσχημες, γεννήθηκαν γριές, από το πρώτο δευτερόλεπτο, και οποιοδήποτε ψιμύθιο τις κάνει ακόμη πιο αποκρουστικές.

Tα social media είναι το μοντάζ της πραγματικότητας. Σκηνοθετούμε teasers και trailers, ταινιών που δε θα γυριστούν ποτέ, αλλά υπονοούν πως εμείς τις ζούμε μέχρι το μεδούλι. Μερικές φορές, τα stories μου θυμίζουν αποτυχημένες λήψεις ή bloopers. Ψάχνουμε το Oscar σε κάθε γωνιά, δεν έχει σημασία αν θα είναι καλύτερης ταινίας, ερμηνείας, σκηνοθεσίας,κτλ.

Το καλοκαίρι είναι σκληρό όταν δεν έχεις κάτι να περιμένεις. Παίζεις Tetris στα τυφλά με το ημερολόγιο, πετάς τις μέρες στα σκουπίδια, και εύχεσαι να εξαφανιστούν όσο πιο γρήγορα γίνεται. Η κούραση του σώματος δεν πτοεί το μυαλό, που λειτουργεί πάντα σε μεγαλύτερες  ταχύτητες από όσο μπορεί ν'αντέξει. Ανάμεσα τους, οι αισθήσεις που βραχυκυκλώνουν συνεχώς. Οι άνθρωποι γύρω μου κουρασμένοι, λευκός θόρυβος. Έχουμε μαζευτεί πολλοί κομπάρσοι, δε μας χωράει η σκηνή, ούτε το πλάνο. Κλείνω τα μάτια, να προλάβω να κοιμηθώ λίγο μέχρι να φτάσω. Εύχομαι ο ήχος των κυμάτων, να σβήσει κάθε φασαρία. Η άμμος ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών, στα ρούχα. Η σιωπή κάτω από το νερό είναι ευλογία, σε βαφτίζει λογικό ξανά, αθώο.

Όσο περνάνε τα χρόνια, το τέλος του Le Grand Bleu έχει όλο και περισσότερο νόημα. Με τα μάτια κλειστά , ο άνεμος με ξεγελάει, έχει μια υπόσχεση διακοπών, σχεδόν με πείθει, πως βρίσκομαι δίπλα στη θάλασσα, στο μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου. Τελικά τι είναι πιο περίεργο, να αισθάνεσαι σαν εξωγήινος ανάμεσα στους ανθρώπους ή σαν ο μόνος άνθρωπος ανάμεσα σε εξωγήινους; 




Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Φωτογραφία από το μέλλον

 

Υπάρχει ένα είδος δίψας, ανεξήγητης, υπερφυσικής. Ξυπνάει μια μέρα στο κορμί σου, και δε σε αφήνει να ησυχάσεις. Δεν μπορείς να την περιγράψεις, καίγεσαι και δεν ξέρεις τι είναι αυτό που θα την σβήσει. Χάζευα φωτογραφίες από νησιά, άλλο ένα καλοκαίρι που δε θα πάω πουθενά, και καταναλώνω διακοπές από δεύτερο χέρι. Με κουράζουν οι φωτογραφίες στα social. Θυμίζουν γυαλιστερά εξώφυλλα βιβλίου ή δίσκου, που το περιεχόμενο είναι πολύ κατώτερο. Πλαστικά χαμόγελα, ασκήσεις υποκριτικής, τώρα είμαστε ευτυχισμένοι, ξέγνοιαστοι, ερωτευμένοι.  Δεν είναι ότι ζηλεύω - όχι και τόσο- , απλά η πραγματική ευτυχία δεν αποτυπώνεται σε φωτογραφίες και stories.

Δεν εμφιαλώνεται αυτό το συναίσθημα, όσο κι αν η εποχή απαιτεί να αιχμαλωτίσεις τη ζωή σου σε εικόνες . Ήμουν έτοιμος να κλείσω το laptop, όταν το βλέμμα μου κόλλησε σε μια φωτογραφία. Τι είχε αυτή η εικόνα που δεν είχαν οι άλλες; Μια ερημική παραλία κάπου στην Ιθάκη. Είναι ο ποιητικός υπαινιγμός; Ο συνειρμός με τον Οδυσσέα; Η φωτογραφία έμεινε στο μυαλό μου μέρες. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Τι είναι τελικά οι διακοπές, άλλο ένα καταναλωτικό προιόν; Ξοδεύουμε χρήματα που δε μας περισσεύουν, για να πάμε σε υπερτιμημένα μέρη, να βγάλουμε κακές φωτογραφίες και να εντυπωσιάσουμε ανθρώπους που δε συμπαθούμε;

Έχω να πάω διακοπές 3 χρόνια. Τα τελευταία δύο ήταν πολύ σκληρά, άγονη γραμμή. Δεν μπορώ να πάω κάπου μόνος, αν δεν το μοιράζεσαι, δεν έχει νόημα. Εδώ δεν μπορώ να πιώ καφέ κάπου μόνος. Δεν ξέρω πως το κάνουν κάποιοι, κάπου τους ζηλευώ, αλλά εξακολουθώ και πιστεύω ότι είναι βλαμμένοι. Ανάμεσα στα πολλά βιβλία που θέλω να γράψω (και φυσικά δε θα γράψω ποτέ), ίσως αυτό που θέλω περισσότερο είναι ένα ταξιδιωτικό. Κάτι μεταξύ ημερολογίου και λευκώματος. Με πολλές φωτογραφίες, όχι τουριστικής υφής. Ν'ανακαλύψεις το κάθε μέρος, σαν γυναικείο σώμα. Δε θυμάμαι ποιος το είχε πει, μαθαίνεις την κάθε πόλη μόνο αν ερωτευτείς εκεί.

Ήμουν σίγουρος πως θα το μετανιώσω, όμως δεν έβγαινε από το κεφάλι μου η Ιθάκη. Έφτιαξα τη βαλίτσα, κανόνισα τις λεπτομέρειες. Στα μισά του ταξιδιού, ήμουν ήδη σίγουρος πως ήταν τα πιο πεταμένα λεφτά ever. Ζήτημα να έβγαλα 5 φωτογραφίες και να έγραψα 3 παραγράφους. Έχω πάθει ιδρυματισμό από την ίδια μου την μοναξιά; Υπάρχω υπνοβατώντας, στοιχειωμένος από όνειρα που δε θα βγουν ποτέ αληθινά, και περιμένω κάτι να με ξυπνήσει; Το μέρος είναι όμορφο, αλλά χωρίς συντροφιά, δεν έχει αξία. Ξέρω καλά τον εαυτό μου, δυστυχώς δεν είμαι πια 25 για να μην γνωρίζω τα όρια της μαλακίας μου. Παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου, ζευγάρια, οικογένειες. Πόσοι από όλους αυτούς θέλουν πραγματικά να είναι εδώ; Πόσοι είναι πραγματικά ευτυχισμένοι, κοιμούνται τα βράδια γαλήνιοι;

Τι είναι τελικά το φυσιολογικό; Οι προδιαγραφές της αγοράς για να είσαι λειτουργικός και παραγωγικός; Οι πιο ψυχωτικοί είναι εκείνοι που προσποιούνται ότι είναι φυσιολογικοί; Δηλαδή το 80% του πληθυσμού; Αναρωτιέμαι αν θα αντέξω πάνω από δύο μέρες, ανυπόφορη η ομορφιά όταν δεν την μοιράζεσαι. Ψάχνω να βρω κάτι να με απασχολήσει. Σ'ένα χωριό, το τελευταίο Σάββατο του Ιουλίου, έχουν γιορτή κρασιού. Αν και δεν τρελαίνομαι για κρασί, το αλκοόλ είναι αλκοόλ. Η φασαρία με ενοχλεί. Η νησιώτικη μουσική - ειδικά των Ιονίων- είναι υποφερτή σε σχέση με άλλες παραδοσιακές - μην πάτε ποτέ σε ποντιακό γλέντι- και το κρασί είναι καλύτερο από ό,τι περίμενα.

Μερικά μέτρα πιο πέρα, παρατηρώ μια ξανθιά να με κοιτάζει. Ιδέα μου θα είναι. Μετά από λίγο χάθηκε. Ανεβαίνω ψηλα, να ξεφύγω από τον κόσμο και να κάνω πως βγάζω φωτογραφίες. Εντοπίζω πάλι την ξανθιά. Οι φωτογραφίες είναι περίεργες, κοιτάζω ξανά τις ρυθμίσεις της μηχανής. Είναι σωστές. Όμως σε όλες τις λήψεις, η ξανθιά έχει βγει πεντακάθαρα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι γύρω της θαμποί. Βγάζω κι άλλες, το ίδιο. Κάτι δεν πάει καλά, είμαι μεθυσμένος και δεν το ξέρω; Βάζω την κάμερα στην τσάντα και ανάβω τσιγάρο. Θέλω να φύγω, αυτό το ταξίδι ήταν μεγάλο λάθος. Χαζεύω στο κινητό, όταν με την άκρη του ματιού μου, βλέπω την ξανθιά να ανεβαίνει τα σκαλιά. Κάθεται μερικά μέτρα μακρυά. Ανάβει τσιγάρο, μου ρίχνει κλεφτές ματιές και χαμογελάει. 

Έχω ξεχάσει πως είναι όλο αυτό. Βγάζω τη μηχανή και την φωτογραφίζω. Ποζάρει γελώντας. Οι λήψεις αυτή τη φορά είναι θολές, κουνημένες. Μάλλον η σταδιοδρομία μου ως φωτογράφος τελειώνει εδώ. Βάζω ξανά τη μηχανή στην τσάντα. Εκείνη με πλησιάζει, πίνει από το ποτήρι μου. Συζητάμε, περί ανέμων και υδάτων. Πιστεύω πως θα με παρασύρει και θα ξυπνήσω το πρωί χωρίς νεφρά και άλλα ζωτικά όργανα. Αλλά γιατί να διαλέξει εμένα, υπάρχουν πιο νέοι και υγιείς για αυτές τις δουλειές. 

Όση ώρα μου μιλάει, προσπαθώ να καταλάβω ποια μου θυμίζει, αόριστα οικεία και ταυτόχρονα απόμακρη. Το γέλιο της γλυκαίνει τις αισθήσεις. Μου λέει πως ήρθε στο νησί μόνη της, θέλει να γράψει ένα βιβλίο. Σχεδόν με πιάνει νευρικό. Όταν της λέω πως και'γω ήρθα για τον ίδιο λόγο, ξεκαρδίζεται. Με ρωτάει πως πηγαίνει το γράψιμο. Ούτε κι εκείνη μπορεί να γράψει. Της λέω μεταξύ σοβαρού κι αστείου, να το γράψουμε μαζί. Με πιάνει από το χέρι και μου λέει να την ακολουθήσω. Με οδηγεί στη θάλασσα. Συζητάμε για ώρες. Ανατρίχιασα, μόλις συνειδητοποίησα πως βρισκόμαστε στην παραλία της φωτογραφίας. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Είναι κάποιου είδους οιωνός ή απλά έχω καεί από τις πολλές ταινίες;

Τα μάτια της λάμπουν. Δεν είναι τόσο κοινωνική ή εξωστρεφής όσο φαίνεται. Βοήθησε το κρασί, η πλήξη; 

"Τι βιβλίο θέλεις να γράψεις; Περιέγραψε το μου".

Μου έρχεται στο μυαλό κάτι που διάβασα σε ένα μυθιστόρημα του Μερό.

"Ονειρεύομαι ένα βιβλίο που δεν θα τελειώνει. Καμιά φορά δεν καταφέρνω να αφήσω ένα κεφάλαιο. Προσθέτω ένα κόμμα. Αλλάζω μια λέξη. Μόνο και μόνο για να μείνω ακόμα μαζί του. Όπως μένουμε για μια στιγμή ακόμα ανάμεσα στους ανθρώπους. Στη ζωή τους. Στη ζεστασιά τους.  Όπως κάνεις έρωτα, όταν ξαπλώνω στην κοιλιά της, όταν έχουν όλα ολοκληρωθεί, με παρακαλεί να μείνω κι άλλο. θα ήθελε να με κρατά στα χέρια της μέχρι το τέλος του χρόνου".

Χαμογελάει αμήχανα.

"Δεν γράφεται κάτι τέτοιο, μόνο βιώνεται".

Συγκατανεύω σιωπηλά. Η αμηχανία γίνεται έντονη. Μου παίρνει από την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα, ανάβει δύο και μου βάζει το ένα στα χείλη. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και με κοιτάζει στα μάτια. Πριν τη φιλήσω, τρέχει στη θάλασσα. Πέφτει με τα ρούχα στο νερό. Την ακολουθώ. Φιλιόμαστε μέσα στα κύματα. Όσο την κρατάω, αλλάζει συνεχώς μορφή, κάθε γυναίκα που γνώρισα περνάει από το πρόσωπο της. Την σηκώνω και βγαίνουμε έξω, ξαπλώνουμε στην άμμο. Την γδύνω. Η γεύση του λαιμού της είναι γλυκιά. Δεν είναι πια η ίδια. Έχει παρει τη μορφή κάποια που ξέρω καλά. Περνάει τα χέρια της στα μαλλιά μου, φιλιόμαστε για ώρες.

Ξύπνησα με την γλύκα της στα χείλη. Τι ήταν όλο αυτό; Κοιτάζω ξανά τη φωτογραφία. Είναι απλά ένα όνειρο ή κατι παραπάνω; Είναι το μέλλον ένα παζλ από κομμάτια του παρελθόντος; Αν δε σε νοιάζει που πηγαίνεις, τότε δεν έχεις χαθεί. Πόσο να έχουν τα εισιτήρια για Ιθάκη;





Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

Γουαδαλαχάρα Αιγάλεω 0-1 XVIII

 


                                        Opening Credits Song

ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ, 2020

Η πόλη είναι πιο όμορφη όταν την κοιτάς από τόσο ψηλά. Τα δίχτυα της γεμίζουν φώτα,  φωνές και προσδοκίες. Εδώ και καιρό, τίποτα δεν έχει χρώμα στο σώμα της, όλα μαύρα εκτός από το αίμα. Κόκκινο που καταπίνει τα πάντα. Συνέχεια λέω πως θα φύγω, για το Νέο Μεξικό, το Μαϊάμι. Αλλά δεν μπορώ μακρυά της. Είμαι εθισμένος στην παρακμή της, ίσως γιατί μόνο έτσι αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου. Μόνο η νύχτα θυμίζει κάτι από την προηγούμενη ζωή μου.

Μια ζωή ξένη, λες και την δανείστηκα για λίγο, να έχω μέτρο σύγκρισης της ευτυχίας. Οι περισσότεροι εκεί έξω, σκοτώνουν τον εαυτό τους χωρίς να έχουν ιδέα τι είναι η ζωή. Κάποιος μου είχε πει, πως όσο περισσότερος είναι ο φόβος, τόσο περισσότερη αγάπη χρειάζεται, για να καταλάβεις τους ανθρώπους.  Φυσικά έκανε λάθος, ο φόβος παγώνει τα πάντα, νεκρώνει χωρίς να σκοτώνει ποτέ. Και κάποιες στιγμές, μπερδεύεις τον πόνο με κάτι άλλο, γιατί ένιωσες κάτι διαφορετικό. Ψάχνεις την ίδια ένταση, την ίδια απόχρωση, και η απελπισία σε μουδιάζει πιο βαθιά.

Πετάω το τσιγάρο και επιστρέφω στο γραφείο. Μεγάλες βλακείες για τις μικρές ώρες.  Η αστική ζωή είναι ένας πόλεμος μεταμφιεσμένος σε ειρήνη. Ψεύτικα χαμόγελα, μίζερες δουλειές, συμβιβασμούς και ο χρόνος που εξαφανίζεται ανάμεσα μας. Τίποτα δεν πεθαίνει τόσο σκληρά και τόσο όμορφα, όπως τα όνειρα στο Λ.Α., μια μηχανή του κιμά από νέον. Ακόμη θυμάμαι τη νύχτα που τη γνώρισα. Ήμουν έτοιμος να φύγω όταν μπήκε μέσα. Ήταν αόριστα γνώριμη. Άλλη μια ηθοποιός που έμοιαζε με κάποια σταρ.

«Θέλω να βρείτε τον πατέρα μου»

«Είμαστε κλειστά, ελάτε το πρωί».

Πέταξε ένα μάτσο χαρτονομίσματα στο γραφείο.

«Φτάνουν για υπερωρίες;».

Κάθισα και άναψα τσιγάρο. Άνοιξε τη χρυσή ταμπακιέρα της, κι έγειρε προς το μέρος μου. Άφησε τον καπνό να βγει αργά από τα χείλη της ενώ με κοίταζε. Έβγαλε μερικές φωτογραφίες και αποκόμματα εφημερίδων και μου τα έδωσε. Ο πατέρας ήταν γύρω στα 65, επιχειρηματίας. Είχε εξαφανιστεί εδώ και μήνες. Οι φήμες έλεγαν πως είχε δοσοληψίες με τη μαφία, και πως δάγκωσε περισσότερα από όσα μπορούσε να μασήσει.

«Πότε τον είδατε τελευταία φορά;»

«Στο Blue Cat. Θα έκλεινε μια μεγάλη δουλειά στο Μαρόκο και ήθελε να το γιορτάσει».

Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Το φόρεμα της είναι τόσο στενό που μου κόβεται η ανάσα. Τα μάτια της είναι ανελέητα. Βάζω ποτό, το πίνει απνευστί. Της εξηγώ τους όρους και το κοστολόγιο, καπνίζει ανέκφραστη. Σβήνει το τσιγάρο και φτιάχνει το μέηκ απ της. Κλείνει το καθρεφτάκι επιδεικτικά.

«Που θα σας βρω αν έχω νεότερα;»

«Θα σε βρω εγώ»

«Δε μου είπατε ούτε το όνομα σας».

Χαμογελάει και  κλείνει την πόρτα.

Το άρωμα της είχε αλώσει θριαμβευτικά το χώρο. Τα ένστικτα μου συλλάβιζαν «όχι» με κάθε τρόπο, όμως είχα ανάγκη για λίγη δράση. Πήρα το μπουκάλι και ανέβηκα στην ταράτσα. Δε θυμάμαι και πολλά πριν μετακομίσω στην Καλιφόρνια. Το μέρος σε σκληραγωγεί με την ομορφιά του, γι’αυτό είναι τόσο αμείλικτο. Η Νέα Υόρκη το κάνει με την ασχήμια της, το Σικάγο με τους χειμώνες του, αλλά το Λος Άντζελες με την ομορφιά του. Σε σκοτώνει γλυκά, αργά και θέλεις κι άλλο. Κάνεις την καρδιά σου γροθιά, για να προστατέψεις ό,τι έχει μέσα της. Με το καιρό η γροθιά σφίγγει τόσο, που πνίγει ό,τι προστάτευε. Και δε θυμάσαι τι ήταν αυτό. Απλά θέλεις να χτυπήσεις κάτι, κάποιον, να νιώσει περισσότερο πόνο από σένα.

Σε λίγο ξημερώνει. Η σιωπή είναι πολύ γλυκιά πριν χαράξει. Γιατί είμαι ακόμα εδώ; Τι θυμάμαι; Όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν, αυτά έδιναν αίμα στις λέξεις. Τελευταίο τσιγάρο. Ίσως έπρεπε να είχα γίνει ηθοποιός. Η ζωή έχει νόημα μόνο μέσα στην οθόνη. Αρχή, μέση, τέλος. Κυρίως happy end. Έξω από τα σινεμά, σπαταλάμε τον χρόνο μας σε ατελείωτα casting. Για το ρόλο του τέλειου εραστή, φίλου, οικογενειάρχη, επαγγελματία. Ψάχνουμε το σενάριο της ζωής μας, παίζοντας τους λάθους ρόλους, στις λάθος σκηνές, στα λάθος φιλμ. Κομπάρσοι που κυνηγάνε την στιγμή τους, στα φώτα της ευτυχίας.

Βρήκα τον πατέρα της, αλλά δεν είχε και πολλή σημασία τελικά. Βρήκε ο ένας τον άλλο. Σ’ένα παιχνίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Θύτης και θύμα, αλλάζουν συνεχώς θέση, μέχρι που δεν ξεχωρίζεις ποιος είναι ποιος.

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ, αλλά δεν έχει σημασία. Ακολούθα την πλοκή.


ΙΙ

Σε ένα πράγμα είχε δίκιο ο κωλόγερος. "Το μόνο που χρειάζεσαι είναι ένα γεμάτο όπλο και το να είσαι ερωτευμένος". Είχα πιεί μισό μπουκάλι. Ξημερώνει Κυριακή, ο ήλιος μου τρυπάει τα μάτια. Τα δάχτυλα μου αγκαλιάζουν το περίστροφο σαν να ήταν το στήθος της. Εξαφανίστηκε, για νιοστή φορά. Μόνο που τώρα δεν την έχει δει κανείς. Κάτι συμβαίνει, το νιώθω στο μεδούλι μου. Οτιδήποτε έχει να κάνει με εκείνην ακονίζει τα ένστικτα μου μέχρι που ματώνουν.

Ονομάζομαι Μπόρις Βαγιέχο και αυτό δεν είναι το πραγματικό μου όνομα. Τι δουλειά κάνω; Από σήμερα το πρωί είμαι χαρτογράφος. Πρέπει να φτιάξω έναν χάρτη με όλα της τα βήματα. Έναν χάρτη από αίμα, δάκρυα και σπασμένα δόντια. Προτελευταίο τσιγάρο. Θα κοιμηθώ μια και καλή, στην εντατική. Τώρα αν θα είναι τους οργασμούς που μου προκαλεί ή αν κάποιος πιο τρελός από μένα με στείλει, είναι από τα ελάχιστα πράγματα που με κρατάνε ακόμα ζωντανό.

Πρώτη στάση ο κολλητός της. Είναι από αυτούς τους τύπους που αυτοαποκαλούνται καλλιτέχνες. Που σημαίνει ότι δεν μπορεί να παίξει,να τραγουδήσει ή να ζωγραφίσει, και όσο πιο πολύ προσπαθεί, τόσο χειρότερος γίνεται.

" Άργησες. Είναι με κάποιον άλλο εδώ και μήνες. Είναι πιο ευτυχισμένη από ποτέ"

"Ήθελες πολύ να το πεις αυτό ε;".

Δεν πρόλαβε να απαντήσει, γιατί η σπασμένη του μύτη τον εμπόδιζε. Η δεύτερη πρόταση σκόνταψε στο γόνατο μου, η επόμενη στο παπούτσι μου. Θα μπορούσα να ξεσπάσω πάνω του, αλλά δεν είχε πλάκα, ήταν πολύ εύκολο. Φύλαγα το θυμό μου για κάποιον που θα άντεχε ένα εξαιρετικό ξέσπασμα βίας. Μετά από μερικά χαστούκια τραγούδησε.

 "Έχω να την δω μέρες, την τελευταία φορά  βγήκαμε με το φίλο της τον φωτογράφο, αλήθεια σου λέω, μη με χτυπάς άλλο!".

Φυσικά και τον χτύπησα κι άλλο. Τίποτα δεν χαλαρώνει τα νεύρα όσο το να πατάς τη μούρη κάποιου σαν γόπα. Για αυτό η βία είναι απαγορευμένος καρπός. Γιατί είναι αφροδισιακή. Ταντρικό σεξ.

Μου πήρε κάνα δυο μέρες να βρω την κατσαρίδα τον φωτογράφο. Η φωτογραφία του υπήρχε σε όλα τα λεξικά της γης στο λήμμα απόρριψη. Και σε μερικές χώρες, σε αφίσες υπέρ της αμβλωσης. Συνέχιζε να την κάνει παρέα, με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα ευθυγραμμιστούν οι πλανήτες και εκείνη θα τον έβλεπε ως κάτι περισσότερο από αξεσουάρ.

"Δεν πρόκειται να σου πω τίποτα! Σήκω και φύγε, δεν της αξίζεις" .

Το καλύτερο φάρμακο για την φλυαρία; Πετάς το μισοτελειωμένο σου τσιγάρο στο στόμα του άλλου. Μέχρι να καταλάβει τι έγινε, είναι ήδη στο καναπέ με μώλωπες.Πρέπει να το παραδεχτώ, ήταν πιο ανθεκτικός από όσο περίμενα.

Μέχρι που πήρα την κάμερα του στα χέρια μου. Την πέταξα δίπλα του. Όπως έπεσε να την πιάσει, ο λοστός μου του διέλυσε το γόνατο. Πήρα τη μηχανή από τα χέρια του και την έκανα σκόνη.

"Ξέρω πως έχεις κι άλλη, για να μη κάνω  την δεύτερη και τη μούρη σου κομμάτια, λέγε" . Έκλαιγε σαν παιδάκι.

 "Μου είπε πως θα πήγαινε επαρχία, για μια φωτογράφιση, κάτι τέτοιο, αλήθεια δε θυμάμαι!".

Ο ήχος του λοστού στη μούρη κάποιου είναι από τους πιο απολαυστικούς ήχους. Σαν να χτυπάς μπαλόνι με νερό. Το ρινικό οστό του πρέπει να είχε φτάσει στον αφαλό.

 "Αν δε μου πεις που είναι, γρήγορα κι συνοπτικά, θα σου βάλω τόσο βαθιά την μηχανή στο παχύ σου έντερο, που όταν φταρνίζεσαι θα βγαίνει φως από τα ρουθούνια σου!"

"Στο εξοχικό της μάνας της, εκεί μένει εδώ και μια εβδομάδα! Αυτό ξέρω μόνο, στ'ορκιζομαι" .

 Έσπασα και την δεύτερη κάμερα στο κεφάλι του.

"Δεν πιστεύω μόλις φύγω, να σε πιάσει καμιά κρίση κοινωνικότητας και να αρχίσεις τα τηλέφωνα. Γιατί θα γυρίσω και θα σου σπάσω όλα τα κόκαλα με αλφαβητική σειρά".

Το σπίτι ήταν άδειο. Υπήρχαν παντού ίχνη της παρουσίας της. Τασάκια με τα αποτσίγαρα της, περιτυλίγματα σοκολάτας και απομεινάρια μπισκότων. Ένα άδειο πακέτο κάτω από τον καναπέ. Δεν ήταν η μάρκα της. Ο γραφικός χαρακτήρας είχε καλύψει την επιφάνεια. Σημείωσα την διεύθυνση. Έμεινα λίγο παραπάνω. Θυμήθηκα πόσα βράδια είχαμε περάσει εδώ. Κάναμε έρωτα σε κάθε δωμάτιο, κοιμόμασταν στην ταράτσα. Την έβλεπα μπροστά μου να χορεύει. Να γδύνεται αργά σαν φλόγα που θεριεύει. Χαμογέλασα θλιμμένα.

ΙΙΙ

Ο εχθρός ζει στο πίσω μέρος του μυαλού σου. Στα εγκαταλελειμμένα κτίρια των νευρικών κυττάρων σου. Κινεί τα νήματα κάθε πόθου και εφιάλτη. Και σε κάνει να πιστεύεις πως όλα είναι δικές σου επιλογές. Αλλά δεν είναι. Το 90% είναι επιλογές της φοβισμένης μετριότητας που είσαι. Οτιδήποτε έχει το λιγότερο κόστος, σωματικά, συναισθηματικά, οικονομικά. Γιατί αυτό είμαστε, τρομαγμένες μετριότητες που τρέφονται από την αυταπάτη πως είναι κάτι παραπάνω, και δεν κάνουν ποτέ τίποτα για αυτό. Δεν διεκδικούν τίποτα περισσότερο από τη μιζέρια που τους αναλογεί. Δε διαφέρω ιδιαίτερα, απλά διεκδικώ πιο συχνά αυτό που θέλω. Και η βία είναι σταθερή αξία, σαν τον χρυσό, πουλιέται και αγοράζει ακριβά. Οι κλειδώσεις μου πονάνε, έχω να κοιμηθώ μέρες, αλλά φλέγομαι ολόκληρος, η σκιά μου είναι ο καπνός, έχει τυλίξει την πόλη σαν φίδι και την στραγγαλίζει. Σύντομα θα μάθω που είναι.Αυτή τη φορά έχει μπλέξει άσχημα, πιο βαθιά και βρώμικα από ποτέ. Αλλά θα την βρω. Μην τα βάζεις με τρελούς.

Δεν υπάρχει θεός και είμαστε οι προφήτες του. Πόσο σαδομαζοχιστές είναι όλοι αυτοί που πιστεύουν πως υπάρχει ένα παντοδύναμο ον που επιτρέπει να γίνονται όλα αυτά; Τόση κτηνωδία, ηλιθιότητα και χάος; Να κλείνουν τα μάτια στην αλήθεια του κόσμου, επειδή το μόνο που τους έχει απομείνει είναι ο φανταστικός τους πατερούλης; Tην πιο πειστική εκδοχή του θεού την είδα στο Έρικ ο Βίκινγκ. Όπου οι ήρωες της ταινίες φτάνουν στη Βαλχάλα για να ανακαλύψουν πως οι θεοί τους ήταν παιδιά που έπαιζαν. Γιατί αν υπάρχει θεός αυτό θα είναι. Σκληρός και παράλογος σαν παιδί που σπάει τα παιχνίδια του, βασανίζει ζώα και διασκεδάζει βάζοντας φωτιά στην μυρμηγκοφωλιά μας με το μεγενθυτικό φακό του.

Δεν υπάρχει παράδεισος, μόνο που η κόλαση που μπορείς ν'αντέξεις. Το κατάλαβα νωρίς. Το φωτοστέφανο είναι η πύλη της κολάσεως. Μπαίνεις σε αυτή σκληρά, γεμάτος αίμα, όπως βγαίνεις από τη μήτρα. Διέσχισα όλους τους κύκλους της για να ανακαλύψω πως δεν υπάρχει τίποτα χωρίς εκείνη. Και γύρισα πίσω, ξανά και ξανά. Γιατί δε με κάνει ποτέ να βαριέμαι. Δεν υπάρχουν αμαρτίες, μόνο αυτά που θέλεις και αυτά που μπορείς να αντέξεις. Γράψτε το ευαγγέλιο σας και μην το ακολουθείτε ποτέ κατά γράμμα. Μόνο οι ηλίθιοι είναι δογματικοί. Δεν υπάρχει θεός και εμείς είμαστε οι προφήτες του.

 

IV

Βρέχει. Η παιδική χαρά έχει γίνει χοιροστάσιο. Ο Αυστραλοπήθικος που με πλησιάζει κάτι γρυλίζει. Χαμογελάω, αυτό πάντα τους εκνευρίζει. Ορμάει. Τον αποφεύγω και τον χτυπάω στο λαιμό. Γελάει.

" Αυτό είναι το καλύτερο σου;".

Γελάω και'γω. Με πλησίαζει, όμως κάτι δεν πάει καλά. Τρικλίζει. Πιάνει το λαιμό του και με κοιτάζει έντρομος.Όταν βλέπεις το φόβο στα μάτια τέτοιων τεράτων, είναι ακόμη πιο αξιολύπητοι. Μια πλαστή άδεια κτηνιάτρου είναι μεγάλο ατού. Η ένεση που του έκανα είναι για άλογα. Ο λοστός γλιστράει αργά από το μανίκι της καπαρτίνας. Τον ξαπλώνω με τη δεύτερη. Το κεφάλι του σπάει σαν μπισκότο, όλο το παγωτό απλώθηκε στο χώμα. Οι άλλοι δύο πισωπατούν. Τους κυνηγάω. Ο πρώτος είναι άτυχος, παραπατάει. Τον χτυπάω δυνατά στο κεφάλι. Στριμώχνω τον τρίτο. Λένε πως τα στριμωγμένα ζώα είναι επικίνδυνα. Ψέματα. Είναι εύκολη λεία. Απλά θα κάνουν την πιο απελπισμένη κίνηση για να ξεφύγουν.

Βρέχει προσευχές. Βγάζω το όπλο. Τον βάζω να κάτσει στην κούνια. Του λέω να έρθει πιο κοντά. Δεν κινείται. Πυροβολώ τα πόδια του. Πλησιάζει. Η πινιάτα μου αργεί να σπάσει, στο τρίτο χτύπημα τα δώρα της σκορπίζουν.Βρέχει μια αίσθηση ανικανοποίητου. Η βία είναι σαν το σεξ. Χρειάζεσαι έναν καλό αντίπαλο για να κάνεις πραγματικό έρωτα. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ σεξ και έρωτα, στον δεύτερο κερδίζεις  μόνο όταν κερδίζουν και οι δύο. Ακόμα κι όταν χάνουν. Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Πίνω το ένα τρίτο του μπουκαλιού και ανάβω τσιγάρο. Τρία τετράγωνα πιο κάτω παρκάρω. Λατρεύω να καπνίζω στην βροχή.

Υπάρχουν γυναίκες που περνάνε απαρατήρητες, που δεν αφήνουν τίποτα στο πέρασμα τους. Γυναίκες αναλώσιμες. Γυναίκες που κάνουν τη διαφορά, που σ'αγαπάνε παρόλο που ξέρουν πόσο μαλάκας είσαι. Κάποιες άλλες σου αλλάζουν τη ζωή για πάντα. Και υπάρχει και εκείνη.Η γυναίκα της ζωής σου δε σημαίνει πως θα τα αλλάξει όλα για καλό, ούτε ότι θα μείνει για πάντα. Το αντίθετο. Ήρθε και τα διέλυσε όλα, τίποτα δεν είναι ίδιο μετά από αυτήν. Πόσα χρόνια παίζουμε αυτό το παιχνίδι; Έχω ξεχάσει. Όμως το ξέρουμε και οι δύο, δε γίνεται αλλιώς.Δεν υπάρχουν συμβατικά πλαίσια για μας. Μην κάνεις πως δε θυμάσαι, τι είχε πει εκείνος ο ντετέκτιβ. Όταν οι δαίμονες σου συναντούν τους δικούς μου, κάθε κόλαση γίνεται προθάλαμος του παραδείσου.


V

Το να διαλύεις κάποιον άλλο είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στο να γίνεις θεός. Η βία είναι η γλώσσα των θεών. Η εξουσία η πιο εκλεπτυσμένη διάλεκτος. Όχι όταν ξεσπάς σε κάποιο ζώο, αυτό είναι δειλία, όχι, όταν το κάνεις σε κάποιον ίσο.Το διαμέρισμα μου ήταν στούντιο ηχογραφήσεων. Το υπόγειο έχει τέλεια μόνωση. Ο τύπος στην καρέκλα ουρλιάζει με όλη του την ύπαρξη. Αφού πείθεται για την αποτελεσματικότητα της μόνωσης, αρχίζει τα παρακάλια.

"Έχω γυναίκα και παιδί!".

Ε και; Βαριέμαι την κλάψα, του σπάω δύο δόντια για να καταλάβει πως δεν έχω καιρό για χάσιμο. Αντιστέκεται. Βαριοπούλα. Τα δάχτυλα των ποδιών έγιναν σαν πατημένες τσίχλες. Μου λέει αυτό που θέλω να ακούσω. Τον τελευταίο καιρό τραβιέται με κάποιον ανθυπογκάνγκστερ στη Sunset. Το κεφάλι του σαν σπασμένος κουμπαράς, τα χέρια του έγιναν κουρέλια. Παλιά μπορούσα να του σπάσω το θώρακα με τα χέρια και να του ξεριζώσω την καρδιά. Πάνε οι καλές εποχές, που όρεξη για τέτοια γλέντια...

Το σιχαίνομαι το μέρος. Σαν βιτρίνα με ομιλούσες κούκλες. Το ομιλούσες μέσα σε πολλά εισαγωγικά. Ευτυχώς δεν είναι γεμάτο. Ο τύπος με περίμενε, κακό αυτό. Η σερβιτόρα μου φέρνει άλλο ένα ποτό και μου λέει να κάτσω στο τραπέζι του. Χαμογελάει συνεχώς σαν ηλίθιος, η λεύκανση του είναι προσβολή για το λευκό χρώμα όσο και για την οδοντιατρική. Η κουστωδία του γελάει συνεχώς με τα χαζά αστεία του.

"Τι συμβαίνει κύριε σκοτεινέ τύπε, δε γελάς ποτέ;"

"Όταν ακούσω κάτι αστείο γελάω"

"Δηλαδή μπορείς να γίνεις πιο αστείος , από τα παπούτσια και το πουκάμισο σου;"

"Όχι όσο η έκφραση της μάνας σου όταν βγήκες από μέσα της, αλλά θα προσπαθήσω".

 Σιγή.

 "Ακριβώς, επικράτησε σιωπή στο δωμάτιο, γιατί οι γονείς σου ήξεραν πως ήταν πολύ αργά για έκτρωση και πολύ νωρίς για ευθανασία".

 Το χαμόγελο του μαράθηκε. Έκανε νόημα και μας άφησαν μόνους.

"Πιες το ποτό σου και φύγε. Αλλιώς δε θα βγεις ζωντανός από'δω. Είναι μαζί μου και δεν μπορείς να το αλλάξει αυτό".

Αδειάζω το ποτό μου πάνω του.

Χαμογελάει ενώ σκουπίζει τα μάτια του.

"Αυτό νομίζεις πως θα με σταματήσει;"

"Έχω τελειώσει το ποτό μου πριν αφήσω την μπάρα. Αυτό δεν είναι ουίσκι".

Το φλασκί στη τσέπη  μου είχε αρκετή βενζίνη για να γεμίσει το ποτήρι. Την στιγμή που του πετάω το τσιγάρο στη μούρη, ακούγεται η πρώτη έκρηξη.Το κοτέτσι αδειάζει γρήγορα, κανένας δε δίνει σημασία σε έναν τύπο που το κεφάλι του έχει γίνει φλαμπέ. Η δεύτερη έκρηξη μας εξασφαλίζει ιδιωτικό χρόνο. Τον σέρνω στο αυτοκίνητο του. Βρίσκω μια έρημη παραλία. Τον έχω δέσει σαν γουρούνι. Τον πετάω κάτω. Φτύνει απειλές. Του ρίχνω λίγη άμμο στο πρόσωπο με το πόδι και χαλαρώνει.

"Δεν πρόκειται να σου πω ποτέ που είναι, δε θέλει να σε δει, σε σιχαίνεται!".

Βγάζω το αγαπημένο μου σφυρί, μάλλον πάντα ήθελα να γίνω οδοντίατρος, αν και οι ανορθόδοξες μέθοδοι μου δεν ξέρω αν θα έβρισκαν ανταπόκριση. Οι πάνω κοπτήρες ξεκίνησαν μαθήματα κολύμβησης. Ουρλιάζει. Αφού του έσπασα τα δάχτυλα στο δεξί χέρι, άρχισε να μιλάει. Την τελευταία φορά που την είδε, ήταν στο σπίτι της καλύτερης της φίλης. Την άφησε εκεί πριν μια εβδομάδα. Από τότε δεν την έχει ξαναδεί. Την έπαιρνε τηλέφωνο και εκείνη δεν απαντούσε. Του παίρνω το κινητό. Λέει αλήθεια. Αρχίζει πάλι τις απειλές.

"Δεν πρόκειται να γλυτώσεις, θα το πληρώσεις πολύ ακριβά αυτό, τ'ακους γαμημένε;"

" Δε νομίζω πως είσαι σε θέση για να απειλείς"

"Τι θα κάνεις, θα με σκοτώσεις; Ξέρεις ποιος είμαι;"

" Ένας λακές που τον έβαλαν να κάνει τον επιστάτη στα μπουρδέλα της Sunset. Και έχει πάρει πολύ σοβαρά τον εαυτό του".

"Δε θα σε αφήσουν να ζήσεις, ούτε και αυτήν! Γι'αυτό φύγε, αν την αγαπάς πραγματικά. Τα αφεντικά μου θα σε κυνηγήσουν παντού!Θα..".

 Του ραγίζω το κρανίο. Τον πιάνω από τα αυτιά και τον σηκώνω πάνω.

 "Δεν ξέρω τι θα συμβεί, μπορεί να έχεις δίκιο, όμως ξέρεις κάτι; Εσύ δε θα ζεις για να τα δεις όλα αυτά"

"Δε θα τολμήσεις".

Είναι η σειρά μου να γελάσω.

"Πιστεύεις στο θεό;"

"Ναι"

"Τότε προσευχήσου σε όσους θεούς ξέρεις και σε όσους  μπορείς να επινοήσεις, γιατί το μάθημα θεολογίας που ακολουθεί θα είναι το τελευταίο".

Το επόμενο κόλπο το έμαθα πολύ σκληρά. Μια από τις γάτες μου πέθανε έτσι. Είχα καιρό να ρίξω τέτοια κουτουλιά, τα ρουθούνια του πρέπει να έφτασαν στο παχύ έντερο. Οι αντίχειρες μου του διαλύουν τα μάτια σαν σάπια φρούτα.

Βγάζω το ειδικό ιατρικό σφυρί. Του σπάω το σαγόνι και το ξεριζώνω. Δεν μπορούσε ούτε να ουρλιάξει πια. Τον πετάω στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του. Του ψιθυρίζω στο αυτί.

"Άκου μαλάκα, σε λίγο θα μάθεις πως δεν υπάρχει θεός. Αλλά μέχρι τότε, θα γνωρίσεις την κόλαση. Κάθε ανάσα που θα προσπαθείς να πάρεις, θα γίνεται όλο και πιο επώδυνη. Σε λίγα λεπτά θα εύχεσαι να πεθάνεις. Ελπίζω να ζήσεις αρκετά, ώστε οι τελευταίες σου στιγμές σε αυτό τον πλανήτη, να είναι σε ένα ασθενόφορο, τυφλός, χώρις κάτω γνάθο και δάχτυλα. Αν φυσικά σε βρουν".

Κλείδωσα το πορτ μπαγκάζ και έφυγα. Αν δεν πέθαινε από αιμορραγία, η ασφυξία και η ζέστη θα τον αποτελείωναν. Κανείς δε  νοιάζεται για νεκρούς γελωτοποιούς.

 

VI

Το φιλί είναι η πεμπτουσία της ύπαρξης. Αν δε σου κόβει την ανάσα, τότε δεν υπαρχει χημεία, δεν υπάρχει τίποτα. Νόμος του σύμπαντος. Όταν με φιλάει, οι ψυχές μας καίγονται στα χείλη. Όταν κάνουμε έρωτα, το σύμπαν ξαναδημιουργείται από την αρχή, και το σημείο εκκίνησης του Big Bang είναι το κρεβάτι, ο τοίχος, κάθε επιφάνεια που με γαμάει.

Μοιάζει περίεργο στην αρχή. Όμως αν το καλοσκεφτείς, μόνο εκείνη θα μπορούσε να έχει για καλύτερη της φίλη μια υπέρβαρη, αλκοολική, 30 χρόνια μεγαλύτερη, ημίτρελη μανικιουρίστ. Μια μητρική φιγούρα, υποκάστατο της πατρικής που χάθηκε πριν χρόνια. Φυσικά με αντιπάθησε από την αρχή. Τρώει το γιαούρτι της αργά. Όσο καθυστερεί, τόσο καπνίζω. Θέλει να γκρινιάξει, αλλά το πενηντάρικο που άφησα στη ρεσεψιόν της "επιχείρησης" της μου δίνει προς το παρόν ασυλία.Αφήνει το γιαούρτι κάτω. Έχει όρεξη για κουβέντα. Φυσικά καθυστερεί για να μου σπάσει τα νεύρα.

"Δεν καταλαβαίνω, κάνω δίαιτα εδώ και δύο εβδομάδες, δεν τρώω τίποτα και παχαίνω”

"Μάλλον ο αέρας εδώ είναι πλούσιος σε λιπαρά".

Με στραβοκοιτάζει.

"Δεν σου αξίζει το ξέρεις; Η σκόνη στα παπούτσια μου έχει μεγαλύτερη αξία από σένα"

"Τα παπούτσια σου πρέπει να είναι σαν ασανσέρ, για να αντέχουν τους δύο τόνους"

"Δεν πρόκειται να σου πω που είναι"

"Το ήξερα πως θα καταλήγαμε κάπως έτσι, οπότε αυτή η  κοινωνική επίσκεψη είναι καλύτερα να μετατραπεί σε εμπορική συναλλαγή

"Δηλαδή;"

"Ξέρεις που είναι το γλυκάκι σου;".

Χλώμιασε.

 "Τιι..;"

"Έλα τώρα, ξέρεις.. Το ζαχαρωτό σου. Παρά τους μυς, έκλαιγε σαν κοριτσάκι μετά από δύο χαστούκια. Προφανώς και δε θέλει να χάσει το κύριο εισόδημα του, αλλά μετά από δύο τρεις τυχαίες συναντήσεις ακόμα με το κουτουπιέ μου, η ανεργία δε θα είναι και τόσο κακή εναλλακτική"

"Δε σε πιστεύω!".

 Βγάζω από την τσέπη ένα δαχτυλίδι και της το πετάω στο γραφείο. Το πιάνει έντρομη.

"Που είναι, τι του έκανες;"

"Μόλις μου πεις αυτό που θέλω, θα μάθεις που είναι το γλυκάκι σου".

Σημειωνεί νευρικά σε ένα χαρτάκι μια διεύθυνση.

"Έιναι σε μια σουίτα, στον τελευταίο όροφο. Που τον έχεις;".

Διπλώνω το χαρτί και σηκώνομαι.

"Στη ρεψενιόν έχω αφήσει την διέθυνση παράδοσης".

Δεν την έχω ξαναδεί να κινείται τόσο γρήγορα. Βρήκε τον πλαστικό κούκλο της δεμένο στον καναπέ. The things we do for love...

 

VII

Ισόγειο. Δύο άσβερκοι με σταματάνε. Το teaser παρακάμπτει τις αντιρρήσεις τους. Επιμένω λίγο στον δεύτερο, έχει πλάκα καθώς τρέχει το αίμα από τη μύτη του ενώ δεν μπορεί να συγκρατήσει τις σωματικές του λειτουργίες. Πρώτος όροφος. Γεμάτα δωμάτια με άδειους ανθρώπους. Φλώροι από τo Malibu και το  Paradise Cove που διασκεδάζουν την ανία τους οργανώνοντας πάρτι με χαμηλόβαθμους κακοποιούς, οι οποίοι βγάζουν εξτρά χαρτζηλίκι και νιώθουν πιο σπουδαίοι από όσο είναι. Δύο σπασμένες μύτες μετά μαθαίνω αυτό που θέλω. Ρετιρέ. Δεν είναι εδώ. Οι δύο πρώτοι ήδη κάτω. Ο τρίτος το έχει πάρει προσωπικά.

"Δεν πρόκειται να την βρεις".

Είναι καλός, καιρό έχω να νιώσω ανταγωνισμό. Φτύνω αίμα, γελάω. Είναι 20 χρόνια νεότερος, 20 χρόνια ελαφρύτερος και έχει δυνατό δεξί. Γελάει και αυτός. Το πιο πιθανό πως με έχει, αλλά είναι αρκετά νέος για να βασίζεται μόνο στους μύες του. Θα μάθει σύντομα πως όλες οι μάχες κερδίζονται και χάνονται στο μυαλό.

"Γιατί γελάς; Για την ηλικία σου δεν είσαι κακός. Παραδώσου και δε θα σε δείρω άλλο".

Ορμάει, η πλαστή άδεια κτηνιάτρου βγάζει μια ακόμα φορά τα λεφτά της. Τον αποφεύγω, κατάλαβε το τσίμπημα της βελόνας.Παραπατάει, ζαλίζεται.

"Τι μου έκανες, τι ήταν αυτό;"

"Τίποτα, απλά έκανα τη μάχη λίγο πιο δίκαιη".

Τον αφήνω λίγο ακόμα, βαδίζει σαν μεθυσμένος ενώ προσπαθεί να καταλάβει τι έπαθε. Ωραία ήταν, αλλά ποτέ δεν ξεκινάω παιχνίδια που δεν μπορώ να κερδίσω. Το αγαπημένο μου σφυρί τον στέλνει στον καναπέ. Δεν άντεξε πολύ την ανάκριση. Επιστρατεύω όση ενέργεια μου έχει μείνει και του πολτοποιώ το κεφάλι. Όταν τελείωσα έμοιαζε με σπασμένο βάζο μαρμελάδας. Είναι πιο δύσκολο από όσο ακούγεται. Το να κάνεις έρωτα και να σκοτώνεις είναι οι μόνες πράξεις που μας εξισώσουν με το θεό. Όλα έχουν ρυθμό, και μόλις τον βρεις, ξεκλιδώνεις τα πάντα. Εδώ και χρόνια, έχω χορογραφήσει τις κινήσεις μου πάνω σε ένα τραγούδι. Το λέω σαν προσευχή καθώς ανοίγω δρόμο μέσα από τις σάρκες και τα κρανία.

Ανοίγω το φάκελο, ο γραφικός της χαρακτήρας είναι σαν βροχή πάνω στο χαρτί.

"Το να κάνουμε έρωτα είναι η πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής μου. Δυστυχώς είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε χωρίς να ζηλεύει ο ένας τον άλλο θανάσιμα.Δεν ξέρω σε τι με έχεις μετατρέψει. Κάνεις τα πάντα να φαίνονται βαρετά. Ίσως να είχα καταφέρει να προχωρήσω, αν δεν είχες σκοτώσει για μένα. Δε θα ξεχάσω ποτέ τον πρώτο φόνο που έκανες για μένα. Σου πήρα τα χέρια και άπλωσα με το χάδι σου το αίμα παντού, στο πρόσωπο και το σώμα μου.

Δε θυμάμαι πόσες ώρες το κάναμε. Όσο μακρυά κι αν τρέξω, δεν μπορώ να ξεχάσω. όσους και να στείλω στον δρόμο σου, θα με βρεις. Και αυτό με συγκινεί και με καυλώνει όλο και περισσότερο. Κάνε κάτι, σκότωσε με, οτιδήποτε. Γιατί δεν μπορώ να το αντέξω. Το ότι δεν βαριέμαι ποτέ μαζί σου είναι καλύτερο από το να είσαι ευτυχισμένος.

Δε θα σε συγχωρήσω ποτέ για αυτό.

ΥΓ Σε θέλω".

Ποτέ δεν κατάλαβες πόσο ποιητική μπορείς να γίνεις. Χωρίς να βγάλεις κανένα ρούχο..

 

VIII

Ο τύπος ήρθε μόνος του. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους μαφιόζους της πόλης. Με απειλεί βελούδινα, μου εξηγεί ήρεμα τις επιπτώσεις της εξαφάνισης του ανιψιού του. Δεν έχουν βρει ακόμα τον χαχανούλη. Θα έχει γίνει κοπριά στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του. Αδειάζω το ποτήρι και κοιτάζω τον τύπο. Στην ακμή του θα ήταν υπολογίσιμος αντίπαλος, μυρίζει αίμα η σκιά του. Αλλά εδώ και χρόνια βασίζεται σε ξένα χέρια για να επιβάλλει το φόβο.Παρά την εξέλιξη, την τεχνολογία και τον πολιτισμό, στον πυρήνα μας είμαστε ακόμα τροφοσυλλέκτες. Κυνηγάμε θηράματα και προστατεύουμε την σπηλιά μας.

Αρχίζει να με κουράζει. Τον διακόπτω.

"Άκου θείο, ξέρεις ποια είναι η διαφορά μεταξύ εξουσίας και δύναμης; Η εξουσία είναι σαν κεραυνός, μπορεί να σε τρομάζει, αλλά πολλές φορές είναι απλά λόγια. Η δύναμη είναι σαν την αστραπή, την βλέπεις, την νιώθεις όταν πέφτει πάνω σου. Έχεις αρχίδια που ήρθες μέχρι εδώ μόνος, αλλά χωρίς τους μπράβους σου  δεν είσαι τίποτα. Και όταν καταλήγει στο ένας εναντίον ενός, η φήμη σου είναι άχρηστη και όλα τα λεφτά του κόσμου δεν φτάνουν να σε προστάτεψουν"

"Ξέρεις τι έχεις να πάθεις να με αγγίξεις;"

"Ό,τι κι αν πάθω εσύ θα είσαι λίπασμα".

Νομίζει πως μπλοφάρω. Το μολύβι στο μάτι του ήταν αφοπλιστικό επιχείρημα.Το σπάω και του καρφώνω την γλώσσα στο γραφείο. Ξεκαρδιστικό θέαμα, έκανε σαν κότα που της έχεις σπάσει το ράμφος. Βάζω την ζώνη στον λαιμό του, τον πνίγω αργά. Θέλω να νιώσει κάθε δευτερόλεπτο πόνου. Στο παρά ένα τον αφήνω και βγάζω το μολύβι. Φτύνει αίμα, προσπαθεί να με απειλήσει, αλλά ακούγεται σαν σκυλί που ψυχορραγεί. Ο τρόμος στα μάτια του ενώ βλέπει το λοστό να γυαλίζει είναι οργασμός. Ο μπαμπούλας της πόλης παρακαλάει για τη ζωή του. Δεν έχει σημασία. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, πάντα θα είμαστε τροφοσυλλέκτες. Του πατάω τη μυτή σαν ξερό φύλλο.

Τα πτώματα είναι σκαλοπάτια. Την βρήκα. Με έβρισε, με χαστούκισε. Κάναμε έρωτα σαν δαιμονισμένα ζώα, σαν θεοί. Μέσα στο αίμα, τα αποκαΐδια. Ήταν όπως ποτέ και όπως πάντα. Δεν είχαμε μέλλον, όλη η Δυτική Ακτή θα μας κυνηγούσε. Που να πάμε, στο Μεξικό, στον Καναδά; Η συμβατική ζωή θα μας σκότωνε χειρότερα από οτιδήποτε. Έρωτες σαν αυτόν, έχουν μόνο παρόν, που καταβροχθίζει τα πάντα, κάθε ελπίδα, κάθε σχέδιο. Κατέβασα την οροφή στο αυτοκίνητο και κόλλησα το γκάζι. Με πήρε στο στόμα της και με καβάλησε. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Τελειώσαμε μαζί, την στιγμή που το αυτοκίνητο έπεσε στη θάλασσα. Τυλίχτηκε πάνω μου, σε λίγο όλα θα τελειώναν. Η τελευταία αίσθηση σε αυτό τον κόσμο, θα ήταν τα χείλη της στο λαιμό μου. Ένιωσα μετά από καιρό ευτυχισμένος. Έκλεισα τα μάτια και χαμογέλασα. Την έσφιξα πάνω μου. Δε θα το ήθελα αλλιώς.

Δευτερόλεπτα πριν το σκοτάδι του βυθού μας καταπιεί, έχα χέρι με άρπαξε και με έβγαλε έξω.


To be continued...


                                             End Credits Song

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2022

Η άλγεβρα της μελαγχολίας

 


Θ’ ανάψω τη ζωή μου
και θα κάψω τα βιβλία
τι όμορφα που καίγεται η φράση σ’ α γ α π ώ
Κώστας Ταχτσής

Εδώ και πολύ καιρό, ζεις στο υπόγειο της ζωής σου. Στο μουσείο των ματαιωμένων προσδοκιών. Κι ας έχεις πείσει τους πάντες, πως είσαι στο ρετιρέ της αρμονίας. Σκηνοθετείς μια ζωή που δεν υπάρχει, μόνο στις οθόνες και στους καθρέφτες. Οι στάχτες των χειμώνων δεν καθαρίζουν με stories από τη θάλασσα, έχουν γίνει γρανίτης. Τ’ άγρια ζώα της φαντασίας σου, είναι πια βαλσαμωμένα, τα σκότωσες για να κρατήσεις ζωντανή τη λογική σου. Μα είναι τυφλή, δεν μπορεί να σε οδηγήσει πουθενά. Γράφεις συνεχώς, μα οι χαρακτήρες  σου είναι πιο ψεύτικοι κι απ'τη ζωή σου, δεν πιστεύουν στην αλήθεια γιατί δεν πιστεύουν στο μέλλον. Γιατί δεν πιστεύεις εσύ σε κανένα από αυτά. Γράφεις για συνηθισμένους ανθρώπους που μπλέκουν σε ασυνήθιστες καταστάσεις, όταν εσύ, ένας ασύνηθιστος άνθρωπος λαχταράς συνηθισμένες καταστάσεις. Κάτι ν'ακούει, να συνομιλεί με τις σιωπές σου, τις κραυγές, τα χρόνια και τις ρυτίδες, τα χέρια και τα μάτια, τα μυστικά σου.
Στρίμωξε σε άλλη μια οθόνη το απελπισμένο τίποτα που έζησες και σήμερα. Ντύσε το με κάποιο σαχλό απόφθεγμα. Μέθυσε με αυταρέσκεια. Όμως, όλοι οι αντιπερισπασμοί του κόσμου, δεν μπορούν να πνίξουν εκείνες τις σκέψεις στο σκοτάδι, τις μικρές ώρες που όλα τα μεγάλα στριγγλίζουν μέσα σου. Ξόδεψε άλλη μια νύχτα σαν πλαστό χρήμα, πέταξε το χαμόγελο σου σαν φτηνό άρωμα, κρύψου στο πλήθος με τα μηδενικά που συναγελάζεσαι. Το ξημέρωμα θα σε βρει ακόμη πιο γερασμένη. 
Οι εβδομάδες σου, πράξεις αφαίρεσης και διαίρεσης. Τίποτα δεν προσθέτεις, τίποτα δεν πολλαπλασιάζεται. Τα δωμάτια του μυαλού έχουν γεμίσει σκουπίδια, που μόνο η φωτιά μπορεί να ξεπλύνει. Αλλά έχεις ξεχάσει τη διάλεκτο που μιλούν οι φλόγες, και είναι όλα ποτισμένα με βουβά δάκρυα. Ούτε αστραπές δεν μπορούν να κάψουν τις χωματερές στα κύτταρα σου. Φύγε μακρυά, μήπως ξεφύγεις από την σκιά σου. Κάθε ταξίδι, είναι απλά άλλη μια τροχιά γύρω από το ανεκπλήρωτο. Και κάθε επιστροφή θα στο θυμίζει. Μάζεψε like, followers και σχόλια, να στολίσεις τις ρωγμές σου.  

Τίποτα δεν σκοτώνει όπως τα ημίμετρα.