Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2023

Leslie Jamison - Make It Scream, Make It Burn

 

“The more important point is that the impulse to escape our lives is universe, and hardly worth vilifying. Inhabiting any life always involves reckoning with the urge to abandon it - through daydreaming; through storytelling; through the ecstasies of art and music, hard drugs, adultery, a smartphone screen. These forms of "leaving" aren't the opposite of authentic presence. They are simply one of its symptoms - the way love contains conflict, intimacy contains distance, and faith contains doubt.”

“Every paradise is made possible by blindness.”

“For years I'd been an expert at longing, an expert at loving from the state of not-quite-having, an expert at daydreaming and sinking back into the plush furniture of cinematic imagining.”

“Everyone talks about weddings as beginnings but the truth is they are also endings. They give a horizon of closure to things that have been slowly dissolving for years: flirtations, friendships, shared innocence, shared rootlessness, shared loneliness.”

“Maybe desire and demand are just the same song played at different frequencies.”

“It was more that I’d grown deeply skeptical of skepticism itself. It seemed much easier to poke holes in things—people, programs, systems of belief—than to construct them, stand behind them, or at least take them seriously. That ready-made dismissiveness banished too much mystery and wonder.”

“In the Whole Wide World Museum, Grover visits "The Things You See in the Sky Room", and the room full of "Long Thin Things You Can Write With", where a carrot has mistakingly wound up, so he returns it to an elegant marble pedestal in the middle of the otherwise empty "Carrot Room". As Grover reaches the end of the exhibit, he wonders: "Where did they put everything else?" That's when he reaches the wooden door marked: "Everything Else". When he opens it, of course, it's just the exit.”

“One definition of living might be the perpetual swapping of story lines. We trade in the scripts we've written for ourselves and get our real lives in return.”

“You feel the lift of wine in you, you feel the lift of wine in everyone, and you’re all in agreement—not to believe in love, but to want to. This, you can do.”

“Once you become obsessed with documenting, it can seem impossible to stop. No ending feels honest or defensible. What does it mean to make art from other people’s lives? What distinguishes exploitation from witnessing, and when is that witnessing complete? Is it ever? It’s the problem of Borges’s imagined map: In order to show every detail of the world, a map would have to be as large as the world itself. It would have no edges. It would never be done.”




Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Δημιουργώντας εικόνες με τεχνητή νοημοσύνη













Σίγουρα κάπου θα διαβάσετε για το DALL-E και παρόμοια A.I. εργαλεία δημιουργίας εικόνων. Είπα να τα δοκιμάσω. Κατέληξα στο Dream, γιατί είναι το πιο εύχρηστο και δεν απαιτεί να φτιάξεις λογαριασμό. Είναι πιο εθιστικό από όσο φαντάζεστε. Χωρίς να το καταλάβω, πέρασα τη μισή μέρα, φτιάχνοντας εικόνες. 
Δεν μπορώ να σχεδιάσω ή να ζωγραφίσω, ούτε για να σώσω τον πλανήτη. Αλλά μετά τις πρώτες δοκιμές, το Dream κι εγώ δημιουργήσαμε τις εικόνες που βλέπετε. Έχει τρομερό ενδιαφέρον η κάθε πτυχή αυτής της ιστορίας. Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί να κάνει κάθε ανθρώπινη εργασία. Ταχύτερα. Καλύτερα; Πιθανόν με τον χρόνο. Ακόμη και την τέχνη.
Τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Πριν με πείτε τεχνοφοβικό, αναρωτηθήτε πόσες δυστοπίες επιστημονικής φαντασίας έχετε διαβάσει, δει ή ξέρετε πως υπάρχουν. Και πόσες ευτοπίες. Όπως είπε και ο ποιτής, το μέλλον έχει πολλή ξηρασία. Μέχρι τότε, μπορούμε ν'απασχολούμε τα εφηβικά μυαλά μας, φτιάχνοντας  πολύχρωμες εικόνες σε μικρές οθόνες, χωρίς κανένας να παρατηρεί πως το τρένο κατευθύνεται στο Νταχάου. Welcome to the desert of the real.



Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Στον Πύργο της Βαβέλ, μόνο η σιωπή είναι κατανοητή απ'όλους

 


Κάποιος γράφει, σ'ένα σκοτεινό γραφείο. Προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τις λέξεις, και ταυτόχρονα να φανερωθεί. Εύχεται οι προτάσεις του, να γινόντουσαν ποτάμια, να παρέσυραν αυτό που θέλει και να το φέρουν μπροστά του, να σπάσει η οθόνη σαν ενυδρείο. Να πλημμυρίσει το δωμάτιο με χρώματα.

Προσπαθεί να ξεγελάσει τους ψιθύρους στο κεφάλι του με χάπια και αλκοόλ. Δεν πιστεύει πλέον κανένα μέρος του σώματος του, ειδικά την καρδιά. Οι ηλιόλουστες μέρες τον πληγώνουν, θα ήθελε να βρέχει συνεχώς. 

Κάποια γράφει σ'ένα τετράδιο. Ονειρεύεται πως τις λέξεις, τις παίρνει ο αέρας. Γίνονται πουλιά και ταξιδεύουν. Φτάνουν εκεί που δεν μπορεί, που φοβάται. Εύχεται οι λέξεις να ήταν αθώες, να μην ήταν δίκοπες. Μένει ξάγρυπνη μέχρι το πρωί, αλλά το σκοτάδι δεν ξεπλένει ποτέ τη λαχτάρα της.

Κάποιος βλέπει μια ταινία. Κρατάει σημειώσεις, για ένα σενάριο που δε θα γυρίσει ποτέ. Κάποια τραβάει φωτογραφίες. Advanced selfies. Δεν ξέρει γιατί.

Δύο άνθρωποι που πέρασαν ένα χρόνικό διάστημα μαζί. Δύο άνθρωποι που δεν συναντήθηκαν ποτέ. Που περπατάνε παράλληλα, χωρίς να γνωρίζουν, πως η ζωή του ενός, είναι τα κομμάτια που λέιπουν από τη ζωή του άλλου.

Κάποιος γράφει σ'ένα laptop. Για κάποιον που γράφει για έναν άντρα και μια γυναίκα. Παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο αντικριστούς καθρέφτες. Πνίγεται στη θάλασσα των αίωνιων αντανακλάσεων. Καμιά δεν του ανήκει. Βλέπει παντού ένα νεκροταφείο της νιότης του. Ατενίζει την πόλη σαν φέρετρο. Τόσο μεγάλο, κι όμως δεν τον χωράει. Ψάχνει το καπάκι για κλείσει μέσα του τα όνειρα και τις αναμνήσεις του. Μα αυτά είναι αθάνατα, ξαναγεννιούνται κάθε μέρα και πυρπολούν το αίμα του.

Αναρωτιέται πότε οι λέξεις θα πάρουν την εκδίκηση τους. Θα ντυθούν ξανά το πραγματικό τους νόημα και θα ποδοπατήσουν όλες τις φτηνές έννοιες, που τις ντύναμε τόσα χρόνια. Η σιωπή είναι παμφάγα, καταβροχθίζει κάθε ψίχουλο ζεστασιάς από τη μνήμη. 

Κάποιος σκέφτεται. Για το ποια είναι η σωστή μονάδα μέτρησης για την απόσταση. Και το πως να κόψει στα δύο τον χρόνο. Ώστε να κάνει copy paste σε στιγμές από το παρελθόν στο παρόν.




Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

Friday night, it's allright, to be depressed





Ο Μάρσαλ ΜακΛούαν είπε  ότι κάθε τεχνολογική επέκταση του ανθρώπου αποτελεί ακρωτηριασμό μιας ανθρώπινης ικανότητας. Έχουν αντικαταστήσει τα κινητά τη μνήμη μας; Αυτοακρωτηριαστήκαμε, με τόση πληροφορία, που χρειαζόμαστε τεχνητά μέλη; Για τη μνήμη, την όραση, την σκέψη; Αυτή η μανία να καταγράφουμε τα πάντα, κάπου γίνεται αστεία. Από ταξίδια, μέχρι το φαγητό και τις πιο ιδιωτικές στιγμές. Ο Κούντερα το συνοψίζει καλύτερα στην Βραδύτητα. «Υπάρχει ένας κρυφός σύνδεσμος μεταξύ βραδύτητας και μνήμης, μεταξύ ταχύτητας και λήθης. Στα υπαρξιακά μαθηματικά αυτή η εμπειρία παίρνει τη μορφή δύο στοιχειωδών εξισώσεων: ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης, ενώ ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης»

Θυμόμαστε τίποτα πλέον; Οι αναμνήσεις είναι το μοντάζ της μνήμης. Πιθανότατα, τίποτα από όσα θυμόμαστε, δε συνέβη όπως έχει αποτυπωθεί στο μυαλό. Το συναίσθημα το έχει νοθεύσει ή του έχει δώσει διαφορετική γεύση και άρωμα. Δεν είναι κακό αυτό απαραίτητα. Αυτή η ψυχαναγκαστική τάση, να φωτογραφίζουμε τα πάντα, δείχνει πως έχουμε μετατραπεί σε χρυσόψαρα. Που γεμίζουν τη γυάλα τους με φωτογραφίες και βίντεο, για να ξεχνάνε πως υπάρχει. Ο καθένας έχει τις αυταπάτες που αξίζει. 

Οι απόκριες είναι ουσιαστικά το δεύτερο μέρος του Halloween, ειδικά για τις μικρότερες ηλικίες. Μια δεύτερη ευκαιρία, να ντυθούν χαρακτήρες από κάποια σειρά του Netflix, που βγήκε στο μεσοδιάστημα. Μετρήστε πόσες Wednesday και πόσους χαρακτήρες από τo Sandman θα δείτε φέτος στα πάρτι. Κάθε μέρα, όλοι υποδυόμαστε ρόλους. Και πολλές φορές, είμαστε οι χειρότεροι, σε αυτούς που θέλουμε να είμαστε καλοί. Είναι εύκολο να είσαι ο κακός στην καθημερινή ζωή. Τι θα συνέβαινε αν οι άνθρωποι σταματούσαν να λένε ψέματα; Δεν ξέρω αν ο κόσμος θα ήταν καλύτερος, σίγουρα θα ήταν πολύ βαρετός. Η υποκρισία είναι ο συνεκτικός ιστός της κοινωνίας. Τα προβλήματα ξεκινάνε, όταν πιστεύουμε τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας. 

Μέχρι πρόσφατα, ίσχυε το δώσε σε κάποιον μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια. Στο αέναο παιχνίδι αντικατοπρισμών που παίζουμε, μέσα στην ζούγκλα από καθρέφτες και όθονες, πλέον ισχύει το δώσε μου μια αλήθεια και θα βρω μια μάσκα να την κρύψω. Πόσους ρόλους μπορείς να υποδυθείς ταυτόχρονα; Ποιοι από όλους αυτούς είσαι εσύ, υπάρχει κάτι δικό σου μέσα τους; Όλοι είμαστε ηθοποιοί, το δύσκολο είναι να βρεις πραγματικούς ηθοποιούς, αλλά αυτό ανήκει σε κάποιο μελλοντικό κείμενο. 

Συνηθισμένοι άνθρωποι, που όσο πιο ασυνήθιστοι προσπαθούν να φανούν, τόσο πιο συνηθισμένοι και βαρετοί γίνονται. Άλλο ένα Σ\Κ μεταξύ πλήξης και αηδίας πλησιάζει. Θα κάνω πρώτα μια βόλτα στο ζωολογικό κήπο των social media. Μερικές φορές, βλέποντας posts και stories, είναι σαν να παρακολουθείς ντοκιμαντέρ του National Geographic. Ύστερα, θα νανουρίσω τις αυταπάτες και τις εμμονές μου με όσες ταινίες μπορώ. Πάντα κάπου ανάμεσα, στον Τάνταλο και τον Σίσυφο.


ΥΓ.  Sometimes I felt like I would go insane not having the answers to such simple questions. Of course, it was always hardest during the night, when the darkness stole away any signs of hope.
Gail Tsukiyama, The Samurai's Garden

ΥΓ.2 One cannot begin a new dream without abandoning the last [one].
Neil Gaiman, The Sandman Vol. 7: Brief Lives








Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

Μια παράξενη διακόσμηση κατήχησε τη ζωή της*

 

Υπάρχει ένα κορίτσι, που νομίζει πως είναι γυναίκα, αλλά κατά βάθος το ξέρει. Πως είναι ακόμα έφηβη. Κρύβεται πίσω από τα σχέδια, τα μολύβια, τα βιβλία και τα comics, τα μεγάλα γυαλιά και τα ατημέλητα μαλλιά της. Τις οθόνες και τις ταινίες. Έβαψε τα μαλλιά της ξανθά, φοράει φακούς με διαφορετικό χρώμα. Γνώρισε πολλούς ανθρώπους, είναι πιο κοινωνική.

Όμως αν την ξέρεις, μπορείς να διαβάσεις την πλήξη στα μάτια της. Πηγαίνει σε κλαμπ, μπαρ και εστιατόρια, σε παραστάσεις και γκαλερί. Ταξιδεύει, χωρίς πολλές φορές να ξέρει το γιατί. Από τι προσπαθεί να ξεφύγει και τι να βρει; Τις νύχτες, όταν δεν την βλέπει κανείς, ζωγραφίζει. Άγνωστους κόσμους, παράξενους, πολύχρωμους και ασπρόμαυρους. Δρόμοι που θα ήθελε να περπατήσει, ρόλοι που θα ήθελε να υποδυθεί. Υπερηρωίδα, femme fatale, πληρωμένη δολοφόνος, εξερευνήτρια.

Σχεδιάζει μέχρι να εξαντληθεί. Κοιμάται αγκαλιά με τα χαρτιά της. Τα όνειρα της είναι υπερπαραγωγές, blockbusters. Ξυπνάει έντρομη από τους εφιάλτες της, γιατί είναι πιο αληθινοί από την πραγματικότητα. Κατά κάποιο τόπο είναι χαρακτήρας comic. Ένας θηλυκός Κλαρκ Κεντ ή Πήτερ Πάρκερ. Υποδύεται κάποια άλλη συνεχώς, στη δουλειά, στις εξόδους, ακόμη και όταν βρίσκεται με την οικογένεια της. Γιατί η υπερδύναμη της είναι ταυτόχρονα και ο κρυπτονίτης της. Αισθάνεται τα πάντα με μεγαλύτερη ένταση από τους περισσότερους. Εύχεται να έπασχε από συναισθησία, να έβλεπε χρώματα και σχέδια στους ήχους και τις μυρωδιές.

Προσπαθεί να κρύψει την υπερδύναμη της, πίσω από αμήχανα χαμόγελα. Κι ας πονάνε βαθιά οι λέξεις, όσο ασήμαντες κι αν είναι. Υπάρχουν μέρες, που δεν αντέχει τον εαυτό της. Ψάχνει αντιπερισπασμούς στον πόνο μέσα της. Πληγώνει το σώμα και το μυαλό της. Θέλει να είναι σαν όλους τους άλλους. Ακολουθεί μόδες, βγάζει selfies στον καθρέφτη, ανεβάζει συνεχώς stories. Φοβάται το μέλλον όσο τίποτα άλλο. Θα ήθελε να είναι γάτα, μια χοντρή γάτα που όλη μέρα θα τρώει και θα κοιμάται. Θα την φροντίζουν και θα τη χαϊδεύουν όλη μέρα.

Τον τελευταία μήνα σχεδιάζει κάτι σαν comic. Μια κόκκινη πόλη, που όλοι οι χαρακτήρες είναι δραπέτες από πίνακες ζωγραφικής. Τα κτίρια μοιάζουν με φλόγες. Δεν ξέρει πως να βάλει τον εαυτό της σε αυτή την ιστορία. Με ποια τεχνοτροπία θα έντυνε την ηρωίδα της; Έβγαλε τ'ακουστικά και έσβησε το φως. Ούτε κι απόψε το ταβάνι έχει απαντήσεις. Η ζωή της φαίνεται πως είναι σε τάξη. Όμως πάντα κάτι λείπει. Να βάλει φωτιά στα χρώματα, να ματώσει τα G-spots των αισθήσεων, και όλα να μοιάζουν προθάλαμος του οργασμού. Κάθε οργασμός ένα κομμάτι ντόμινο, που οδηγεί στον επόμενο, και στον επόμενο, και στον επόμενο. Μέχρι να ξαπλώσει ημιλιπόθυμη από τα ρίγη, η σπονδυλική στήλη σαν λιωμένο κερί, μουδιασμένη από τη γαλήνη της έκστασης.

Νιώθει μούσκεμα, να στάζει. Τρέμει όταν ανακαλεί το συναίσθημα. Τα δάχτυλα της εισβάλλουν δειλά μέσα στα ρούχα. Δεν έχει σημασία. Οι φαντασιώσεις είναι το τελευταίο καταφύγιο των υπερηρωίδων. Και των δειλών. Δεν την νοιάζει απόψε, ανάμεσα σε ποιες εκδοχές της ακροβατεί. Θέλει απλά να πέσει. Καμιά φορά, το να πέφτεις, είναι το πρώτο βήμα για να πετάξεις.


* Παράφραση στίχου του Ηλία Λάγιου.




Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Ιδέ πως σέρνονται πλησίον μου οι φλόγες

 


Κανείς δεν κατάλαβε πως ξεκίνησε η φωτιά. Απλώθηκε παντού στο κτίριο. Δεν μπορείς να βρεις έξοδο. Ο καπνός σε πνίγει, σου καίει τα μάτια, δυσκολεύεσαι ν'αναπνεύσεις. Διακρίνεις μια ρωγμή στο βάθος. Λίγο πριν βγεις, ακούς μια γυναικεία φωνή, διστάζεις για λίγο. Γυρίζεις πίσω, ψάχνεις στα δωμάτια. Δευτερόπλεπτα πριν λιποθυμήσεις, την βρίσκεις. Η μυρωδιά του καμένου πλαστικού σας κόβει την ανάσα. Τα καταφέρνεις. Το κτίριο βουλιάζει στο έδαφος. Βρίσκεις νερό, ρίχνεις στα χέρια σου και σκουπίζεις το πρόσωπο της. Εκείνη γέρνει πάνω στο χέρι σου.

Παρατηρείς πόσο όμορφη είναι. Κι αυτή, οικεία και ταυτόχρονα άγνωστη. Πίνει αχόρταγα νερό και σε αγκαλιάζει. Τα μάτια της σ'εχουν κάνει να ξεχάσεις τη φωτιά. 

"Σ'ευχαριστώ, δε θα τα κατάφερνα χωρίς εσένα"

"Που ήσουν;"

"Στο υπόγειο, στη βιβλιοθήκη. Με το ζόρι ανέβηκα πάνω, οι σκάλες ήταν γεμάτες καπνό"

"Κατάλαβες πως ξεκίνησε η φωτιά;"

"Όχι, εσύ;"

"Δεν ξέρω. Ήμουν σ'ένα γραφείο, ξαφνικά όλα άρχισαν να καίγονται. Βγήκα στο διάδρομο, το κτίριο ήταν άδειο. Είμαι σίγουρος πως υπήρχε κόσμος όταν μπήκα" .

Όσα ώρα σου μιλάει, προσπαθείς να θυμηθείς. Που την έχεις ξαναδεί. Να καταλάβεις, τι νιώθεις. Ένα μαύρο αυτοκίνητο πλησιάζει. Εκείνη σηκώνεται, μόλις το βλέπει. Είναι αμήχανη.

"Θα σε ξαναδώ;"

"Ίσως;"

"Πως σε λένε;".

Χαμογελάει και σε φιλαει τρυφερά στο μάγουλο.

"Δεν το έμαθες ακόμα; Πως εδώ δεν υπάρχουν ονόματα"

"Είναι απαγορευμένα;"

"Κατά κάποιο τρόπο. Το να σου δίνω όνομα σημαίνει μου ανήκεις".

Το μαύρο αυτοκίνητο χάθηκε στα στενά. Τι εννοούσε; 

Γυρίζεις στο δωμάτιο. Κάνεις μπάνιο με τα ρούχα, τα βγάζεις από πάνω σου σαν να αλλάζεις δέρμα. Βουλιάζεις στον καναπέ, ευτυχώς έχει μείνει λίγο ουίσκι. Δεν έχεις ιδέα για το πόσο καιρό είσαι σε αυτή την πόλη. Ένα μήνα, δύο χρόνια; Δεν έχει σημασία. Δεν είναι και τόσο άσχημα. Τα αριστοκρατικά προάστια και το κέντρο είναι γεμάτο με φιγούρες βγαλμένες από πίνακες ζωγραφικής. Ευτραφείς κυρίες του Λωτρέκ, δανδήδες του Νταλί και φλύαροι αστοί του Μανέ.

Τα υποβαθμισμένα προάστια σου αρέσουν περισσότερο, όλα είναι βγαλμένα από κόμικ. Η αρχιτεκτονική, οι άνθρωποι. Το αγαπημένο σου μπαρ είναι βγαλμένο από κάποιο σχέδιο του Moebius. Χαζεύεις τα στενά της Sin City, αποφεύγεις τις συναναστροφές με τους μηχανόβιους του Sienkiewicz. Κάθεσαι στην ίδια θέση, περιμένεις να ξεκινήσει το παιχνίδι πόκερ. Ήρθες νωρίς. Κάνεις πως δεν την βλέπεις, όμως η μελαχρίνη που θα μπορούσε να είχε σχεδιάσει ο Manara, κάνει κι εκείνη πως δεν σε κοιτάζει. Ανάβεις τσιγάρο. Ούτε απόψε θα της μιλήσεις. Παίρνεις το ποτό σου, και πηγαίνεις στο τραπέζι. Δεν έχεις όρεξη να παιξεις. Θα απολαύσεις ως θεατής. Όχι το παιχνίδι - όπου όλοι κλέβουν- αλλά το γλωσσικό τραμπουκισμό.

Οι παίκτες; Ανθρωπόμορφα σκυλιά. Κάθεσαι πάντα δίπλα στο χοντρό μπουλντόγκ. Απόψε έχει κέφι, πιστεύει πως θα κερδίσει.

"Δε θα παίξεις;"

"Βαριέμαι, θα κάτσω να βλέπω"

"Μην κάτσεις πολύ κοντά, δε μου φαίνεσαι γουρλής".

Τα φύλλα πάνε κι έρχονται. Τσιγάρα, πούρα, ποτήρια, ηλίθια αστεία. Ο χοντρός κερδίζει.

"Γιατί δεν ήρθε ο φίλος σου ο σκυλομούρης;"

"Δεν ξαναπαίζει μαζί σου"

"Γιατί φοβάται;"

"Λέει πως δεν ξέρεις να χάνεις"

"Χα, φουλ της ντάμας!".

 Το καρέ σπάει. Ο χοντρός μαζεύει τα κέρδη και πάμε στην μπάρα.

"Μου έφερες τύχη τελικά, ό,τι πιεις κερασμένο". 

Δύο ποτά μετά, του περιγράφεις τη περιπέτεια σου. Το μπουλντόγκ καγχάζει με το πούρο να κρέμεται από το στόμα του.

"Κακώς φοβήθηκες, είσαι ήδη πολύ νεκρός για να πεθάνεις. Στο είπα, αυτή η πόλη είναι ζωντανή, και συμπεριφέρεται σαν γεροντοκόρη. Κτίρια εξαφανίζονται, δρόμοι βουλιάζουν, συμβαίνουν συχνά αυτά. Όταν θα σταματήσουν ν'ανησυχείς"

"Ποια είναι η γυναικά;"

"Όπως μου την περιέγραψες, μάλλον ξένη θα είναι σαν εσένα. Ήρθε εδώ για ν'αποφύγει τη ζωή της"

"Δεν αποφεύγω τη ζωή μου"

"Καλά, όλοι οι ξένοι τις ίδιες μαλακίες λέτε, θα πιούμε άλλο ένα;"

"Πρέπει να τη βρω"

"Γιατί;"

"Δεν ξέρω"

"Ε τότε είναι πιο σοβαρό από όσο νόμιζα"

"Τι εννοείς;"

"Σε συμπαθώ τύπε, αν και σου αρέσει να είσαι δυστυχισμένος. Δε θυμάμαι ποιος το είχε πει, κάποιοι ξεκινάνε ν'αγαπουν κάποιον και καταλήγουν ερωτευμένοι με τον έρωτα, κάποιοι άλλοι ξεκινούν ερωτευμένοι με τον έρωτα και καταλήγουν ν'αγαπούν κάποιον. Εσύ είσαι κάπου στη μέση"

"Τι εννούσε με αυτό που είπε; Πως όταν σου δίνω όνομα, μου ανήκεις;"

"Μίλα πιο σιγά! Και όχι ονόματα!"

"Τι συμβαίνει σ'αυτή την πόλη με τα ονόματα;".

Το μπουλντόγκ τίναξε την στάχτη από το πούρο και άδειασε το ποτήρι του.

"Γιατί δεν παίρνεις τη μελαχρινή απέναντι να πάτε μια βόλτα; Είμαι σίγουρος πως θα σε κάνει να ξεχάσεις όλες αυτές τις βλακείες; Άντε, εδώ και μια εβδομάδα σε ζαχαρώνει"

"Δεν είναι ο τύπος μου. Θα μου απαντήσεις;".

Το μπουλντόγκ έβαλε το καπέλο του και σηκώθηκε.

"Πάμε, θα σε πάω εγώ σπίτι".

Για παχουλό κυνοειδές, είχε ωραίο αυτοκίνητο. Το βλέμμα σου χάνεται στα φώτα, καθώς διασχίζετε τη λεωφόρο. Το άρωμα της νύχτας σε ανατριχιάζει. Κλείνεις τα μάτια και παραδίνεσαι στο χάδι του ανέμου. Δεν μπορείς να χαλαρώσεις, ούτε για λίγο. Ανάβεις τσιγάρο και γύριζεις προς τον οδηγό.

"Θα μου πεις τελικά, τι γίνεται σε αυτή την πόλη με τα ονόματα;"

"Ξέρεις την ιστορία με την κόρη του μαφιόζου;"

"Όχι, τι σχέση έχει αυτό;"

"Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Ο πιο ισχυρός γκάνγκστερ της πόλης είχε μια κόρη. Η γυναίκα του πέθανε στη γέννα,και η κόρη του ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε. Ήταν κακομαθημένη, ξόδευε ασταμάτητα, άλλαζε τους άντρες σαν σερβιέτες. Ο γκάνγκστερ έκανε τα στραβά μάτια σε όλα, γιατί δεν είχε άλλον στον κόσμο. Μέχρι που η κόρη του, του ζήτησε ένα όνομα. Ο γέρος της παρακάλεσε γονατιστός να ζητήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. Όμως η κακομαθημένη, ήθελε αυτό που δεν μπορούσε να έχει. Ο γέρος ήρθε σε επαφή με ένα μέντιουμ, ζει στην άκρη της πόλης. Λένε πως είναι ο μόνος που μπορεί να σου δώσει όνομα. 

Πήγαν στο σπίτι του τη μέρα των γενεθλίων της. Δεν τους ξαναείδε κανείς. Η πόλη έγινε θρύψαλα, μέχρι να καλυφθεί το κενό εξουσίας. Από τότε, κανείς δε μιλάει για ονόματα. Παλιά ήταν ένα βίτσιο, για τους πολύ πλούσιους, σαν ν'αγοράζεις ένα εξωτικό ζώο για κατοικίδιο"

"Τι θέλεις να μου πεις;"

"Τα ονόματα είναι σαν ξόρκια εδώ. Αν μπουν στην κατάλληλη πρόταση, με τις κατάλληλες λέξεις, ανοίγουν πύλες, για κόσμους που δε φαντάζεσαι, και δεν είσαι έτοιμος ν'αντιμετωπίσεις. Είσαι σίγουρος πως το θέλεις αυτό;"

"Θέλω ένα όνομα"

"Για ποια; Για εκείνη με το κόκκινο φόρεμα; Για αυτή που έσωσες στη φωτιά; Ή για εκείνη που σε οδήγησε εδώ;".

Δεν ξέρεις τι ν'απαντήσεις. Το αυτοκίνητο σταματάει έξω από το ξενοδοχείο που μένεις. Πετάς το τσιγάρο και κλείνεις το παράθυρο.

"Θέλω ένα όνομα. Δε με νοιάζουν οι συνέπειες".

Το μπουλντόγκ αναστέναξε και κοίταξε γύρω του καχύποπτα.

"Νοίκιασε ένα αυτοκίνητο και πήγαινε έξω από την πόλη, προς τα βουνά. Εκεί θα βρεις το σπίτι του μέντιουμ. Δεν είναι δύσκολο, είναι το μοναδικό. Από εκεί και πέρα, να σε βοηθήσει ο θεός που δεν υπάρχει. Θα μου λείψεις τύπε, ελπίζω να μη σου συμβεί τίποτα κακό".

Άνοιξες το ραδιόφωνο και έπεσες στο κρεβάτι. Κάποιες φορές, οι συχνότητες συντονίζονται με τις επιθυμίες σου, και παίζουν τα τραγούδια που θέλεις. Οι σκέψεις σου χορεύουν στο μυαλό σαν μάγισσες, γύρω από τα ερωτηματικά. Το κεφάλι σου μια ρουλετα που πάντα η μπίλια κάθεται στο μηδέν. Ή μήπως όλοι οι αριθμοί είναι μηδενικά; Κλείνεις τα μάτια και βρίσκεσαι πάλι στο κτίριο. Οι φλόγες γδέρνουν τους τοίχους, περπατάς μέσα στον καπνό. Τα μάτια της λάμπουν πιο δυνατά από την φωτιά. Αλλάζει μορφή κάθε δευτερόλεπτο που περνάει. Ποια είναι πραγματικά; 

Σου έλειψε η ταράτσα. Πόσες νύχτες πέρασαν, πεταμένες στα σκουπίδια. Φοβάσαι πως κάποια μέρα, θα ξυπνήσεις και θα δεις τον εαυτό σου γερασμένο στον καθρέφτη, παραμορφωμένο από την πλήξη και τη μοναξιά. Ο χρόνος είναι ένα κυνήγι θησαυρού, ο θησαυρός είναι το παρόν και η κρυψώνα το παρελθόν και το μέλλον. Τι σε γερνάει τόσο γρήγορα; Να μην περιμένεις τίποτα και μην σε περιμένει κανένας. 

Οι ενοχές σκαρφαλώνουν απειλητικά μέχρι τον λαιμό σου. Πάλι θα κοιμηθείς με τα ρούχα. Το ραδιόφωνο σίγησε. Η βροχή ψιθυρίζει στις γρίλιες. Στα ηχεία των κυττάρων, το ίδιο ποίημα.

Οταν βρέχει

δεν παίρνω ομπρέλα.

Το θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι

από το ξεκάθαρο.

Οταν δε βρέχει

όσο κι αν ευτυχεί ο ουρανός

όσο κι αν το πιστεύω

ανοίγω την ομπρέλα μου

δεν είναι ξεκάθαρη

καιρική συνθήκη η ευτυχία.





Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Οι νύχτες της κόκκινης πόλης

 


Βγαίνεις από το σπίτι. Ένας άγνωστος στην αντανάκλαση, κυλάει δίπλα σου στη βιτρίνα. Ένας ξένος στον καθρέφτη, στην οθόνη. Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Σου αρέσει να περπατάς στο χιόνι και την βροχή. Περπατάς μέχρι που δεν αντέχεις άλλο, είναι ο μόνος τρόπος τελευταία, να κατεβάσει στροφές το μυαλό, που πάντα λειτουργεί πιο γρήγορα από το σώμα.

Κουράζεσαι, μέχρι η χορωδία στο κεφάλι σου να πάψει ή έστω να ψιθυρίζει. Δεν έχεις κουράγιο να περπατήσεις μέχρι το σπίτι, παίρνεις το λεωφορείο. Χαζεύεις πίσω από το θαμπό τζάμι, σαν καταδικασμένος που τον μεταφέρουν στις φυλακές. Τα χρώματα λίωνουν στο σκοτάδι, οι λιγοστές σιλουέτες ξεθωριάζουν. Ανεβαίνεις στην ταράτσα, ανάβεις τσιγάρο. Εισπνέεις βαθιά τον καπνό, ψάχνεις μια ανάσα λήθης και γαλήνης στον καπνό που σε πνίγει. Η ειρωνεία είναι το αίμα στις φλέβες του κόσμου. Κοιτάζεις την πόλη. Μοιάζει με άδειο ενυδρείο. Το κρύο ραγίζει τα οστά σου. Γλιστράς πίσω στον τοίχο, κλείνεις τα μάτια. Εύχεσαι να μπορούσες να κλάψεις, όμως έχεις στεγνώσει. Σφίγγεις τα βλέφαρα σου, μουδιάζεις. Έχεις ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμήθηκες καλά, που ξύπνησες ξεκούραστος.

Μουδιάζεις. Ένα κόκκινο φως σφυροκοπεί τα μάτια σου. Είναι τόσο έντονο που περνάει το δέρμα. Ζαλίζεσαι, νιώθεις πως πέφτεις. Ανοίγεις τα μάτια. Είσαι σε ένα άγνωστο μέρος. Είσαι καλά ντυμένος, ψάχνεις τις τσέπες σου, έχεις μόνο τσιγάρα και αναπτήρα. Περπατάς, προσπαθείς να προσανατολιστείς. Τα κτίρια είναι μαύρα. Διασχίζεις τα στενά, είσαι μόνος σου. Δε σε νοιιάζει που δεν έχεις το κινητό σου, αντιθέτως νιώθεις ανάλαφρος που δεν το κουβαλάς. Βλέπεις φώτα αναμμένα σε ένα διαμέρισμα, μπαίνεις στην πολυκατοικία. Το σαλόνι είναι γεμάτο κόσμο, έχουν κάτι σαν πάρτι. Κανείς δε σου δίνει σημασία. Μιλάς και δε σε ακούνε. Δε σε πειράζει, βάζεις ένα ποτό και βγαίνεις στο μπαλκόνι.

Φοράει ένα κόκκινο στενό φόρεμα, πίνει αργά το ποτό της. Είναι η μόνη που σε βλέπει. Σου ζητάει τσιγάρο. Καθώς το ανάβεις, σε κοιτάζει στα μάτια. Χαμογελάει και κοιτάζει την πόλη. Γυρίζεις μέσα, το διαμέρισμα είναι άδειο. Οι πόρτες κλείνουν, οι τοίχοι γεμίζουν πληγές, στάζει αίμα. Προσπαθείς να βγεις, φωνάζεις. Το δωμάτιο έχει σχεδόν πλημμυρίσει. Βγάζεις το κεφάλι μέσα από το αίμα, κουτουλάς στο ταβάνι. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και βουτάς. Κολυμπάς στο σκοτάδι, οι πνεύμονες σου σαν τσαλακωμένα πακέτα τσιγάρων. Αφήνεσαι.

Ανοίγειςτα μάτια. Βρίσκεσαι πάνω σε ένα πλοίο. Λίγα μέτρα πιο πέρα, η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα. Σηκώνεσαι και την πλησιάζεις. Σε βλέπει και σε πλησιάζει, περνάει τα χέρια της μέσα από το παλτό σου. Είσαι έτοιμος να την αγκαλιάσεις, η μυρωδιά των μαλλιών της σε αφοπλίζει. Εκείνη απλά ψάχνει τις τσέπες σου, παίρνει τα τσιγάρα και τον αναπτήρα. Ανάβει ένα και στρέφει το βλέμμα της στη θάλασσα.

"Ποια είσαι;".

Χαμογελάει και φυσάει τον καπνό πάνω σου. Πλησιάζει αργά, περνάει το χέρι της στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου. 

"Δεν ξέρω, δεν έχω όνομα. Θα το βρεις για μένα;".

Δεν ξέρεις τι ν'απαντήσεις. Σου δίνει το τσιγάρο της, σ'αγκαλιάζει και βάζει το κεφάλι της στο στήθος σου. Προσπαθείς να καταλάβεις. Στο βάθος ομίχλη. Μέσα της αχνοφαίνονται κόκκινα κτίρια, χορεύουν σαν φλόγες. Η άγνωστη σου παίρνει το τσιγάρο και το πετάει στο νερό. 

"Που πάμε;"

"Θα δεις. Σε αυτή την πόλη θα βρεις τις απαντήσεις. Ή μπορεί και όχι. Θα περιμένω, να μου φέρεις τ'όνομα μου;"

"Κι αν δεν το βρω;".

Χαμογέλασε πονηρά και τύλιξε το παλτό πάνω της.

"Δεν έχεις επιλογή".

Μπήκε μέσα στο κατάστρωμα. Την ακολούθησες, δεν υπήρχε κανένας μέσα. Κατεβαίνεις στο λιμάνι. Η πόλη μοιάζει σαν να είναι χτισμένη πάνω στην έρημο. Χάνεσαι στα στενά. Βρίσκεις ένα μπαρ. Κάθεσαι, όλα είναι παράξενα γύρω σου. Μια παρέα λίγο πιο πέρα, μοιάζει σαν να βγήκε από πινακα του Μπρίγκελ. Μια γυναίκα με γαλάζιο φόρεμα, διαβάζει μόνη της δίπλα τους. Λες και την ζωγράφισε ο Μοντιλιάνι. Ο σερβιτόρος μοιάζει με κυβιστική καρικατούρα, ενώ το ζευγάρι δίπλα στο τζάμι, είναι από πίνακα του Χόπερ.

"Μόνο αυτοί που πληρώνουν, μπορούν να κάτσουν".

Γυρίζεις σαστισμένος. Η βραχνή φωνή ανήκει σ'ένα καρτούν του τριάντα. Δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να τρομάξεις.

"Ουίσκι με κόλα, σε κοντό ποτήρι με δύο παγάκια".

Το πίνεις σχεδόν απνευστί. Το μυαλό σου δεν μπορεί ν'αφομοιώσει ό,τι βλέπει. 

"Θα το συνηθίσεις, στην αρχή φαίνεται παράξενο".

Ο διπλανός σου διαβάζει εφημερίδα. Παρατηρείς πως δεν υπάρχουν λέξεις πάνω στο χαρτί, μόνο εικόνες. Κατεβάζει την εφημερίδα, φοράει κοστούμι και έχει κεφάλι γάτας. Πίνει λίγο από το ποτό του και σε κοιτάζει.

"Λες και δεν είδες πιο παράξενα μέχρι τώρα..."

"Που είμαι;"

"Κάθε ερώτηση που έχεις στο μυαλό σου είναι σωστή και ταυτόχρονα λάθος. Δεν υπάρχουν σωστές ερώτησεις, μόνο οι κάτάλληλες την κατάλληλη στιγμή"

"Αυτό δεν τις κάνει σωστές;"

"Ναι και όχι".

Αισθάνεσαι μπερδεμένος.

"Είσαι σε ένα μέρος που βρίσκεται παντού και πουθενα. Είναι πιο μικρό από σπιρτόκουτο και απέραντο σαν τον κόσμο. Ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Ξέρεις ποιος είσαι;".

Διστάζεις ν'απαντήσεις.

"Ξέρεις τι ψάχνεις; Τι πραγματικά θέλεις;".

Ο γάτος χαμογελάει.

"Βάλε άλλα δύο, για μένα και το φίλο μου".

Ο μπάρμαν καρτούν μουρμουρίζει κάτι που μοιάζει με βρισιές. Ο γάτος τσουγκρίζει το ποτήρι σου. Το πίνεις και αυτό σχεδόν όλο.

"Μην ανησυχείς, θα βρεις το δρόμο σου. Άσε τις πολλές ερωτήσεις και εμπιστεύσου τα ένστικτα σου"

"Κι αν κάνουν λάθος;"

"Σου είπα δεν υπάρχει λάθος και σωστό. Ξέρεις τι λέει ένας από τους αγαπημένους σου συγγραφείς στα τελευταία του μυθιστορήματα; Πως η γλώσσα είναι παρασιτικός οργανισμός. Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που εμφανίστηκε. Και μολύνει τα πάντα. Γι'αυτο οι άνθρωποι είναι χαρούμενοι στα social και τον κατακλυσμό εικόνων. Οι εικόνες είναι μια παγκόσμια γλώσσα που δύσκολα μπορεί να παρερμηνευτεί"

"Μα και οι εικόνες μπορούν να σε παραπλανήσουν!"

"Δεν υπάρχει σύστημα επικοινωνίας χωρίς νοθεία".

Ο γάτο σήκωσε το χέρι του -ή μήπως το μπροστινό του πόδι;- και σχημάτισε έναν κύκλο στον αέρα. Ένας κύκλος από πράσινο φως άρχισε να στροβιλίζεται. Έγινε γαλαξίας, οι ήλιοι έσπασαν σε αστέρια, τα αστέρια σκόρπισαν σε στάχτες, το μπαρ έγινε μια μικρογραφία του BIg Bang. Μέχρι που ο γάτος χτύπησε τα δάχτυλα του και όλα εξαφανίστηκαν. Μείνατε οι δύο σας στο μπαρ.  

"Βάλε ένα τραγούδι, το juke box είναι δίπλα στην πόρτα".

Σηκώνεσαι, βάζεις ένα κέρμα. Οι ετικέτες πίσω από τα κουμπιά δεν γράφουν τίποτα. Πατάς ένα στην τύχη. Το τραγούδι που παίζει είναι αυτό που ήθελες ν'ακούσεις. Κάθεσαι δίπλα στο γάτο.

"Σε αυτή την πόλη, μπορείς να μπεις μόνο με συνοδεία κάποιου. Αλλά μόνος σου πρέπει να βρεις την έξοδο. Συνήθως όσοι έρχονται θέλουν τα ίδια πεζά πράγματα. Λεφτά, εξουσία, να κάνουν κακό σε κάποιον άλλο. Σπάνια εμφανίζεται και κάποιος να ψάχνει τον έρωτα. Ή έτσι νομίζει. Όσοι έψαχναν τον έρωτα, βρήκαν τον εαυτό τους. Και δεν τους άρεσε. Κάποιοι τρελάθηκαν, τριγυρνάνε ακόμα σε αυτούς τους δρόμους. Κάποιοι έψαχναν τον εαυτό τους, και  βρήκαν τον έρωτα. Ούτε σε αυτούς άρεσε αυτό που βρήκαν. Μου λείπουν κάτι περίεργοι, που είχαν επιθυμία θανάτου, αλλά ήταν αρκετά δειλοί για ν'αυτοκτονήσουν, και αρκετά ρομαντικοί, ώστε να ψάχνουν το θάνατο μέσω του έρωτα".

Ο γάτος σε κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω.

"Δε μου φαίνεσαι για τέτοιος. Βέβαια, ποτέ δεν ξέρεις..".

Ο γάτος τελειώνει το ποτό του και σου δίνει ένα κλειδί.

"Με αυτό μπορείς ν'ανοίξεις όποια πόρτα θέλεις σε αυτή την πόλη, ακόμα και εκείνες που φαίνεται να μην υπάρχουν. Πρόσεξε όμως, χρησιμοποίησε το με προσοχή, γιατί είναι από γυαλί. Ο μόνος κανόνας είναι πως δεν υπάρχουν κανόνες. Μην εμπιστεύεσαι κανέναν, ειδικά τον εαυτό σου".

Ο γάτος σηκώνεται και φοράει το παλτό του. Λίγο πριν βγει από το μπαρ, γυρίζει προς στο μέρος σου.

"Καλώς ήρθες στην κόκκινη πόλη. Και μη ξεχάσεις ποτέ, το πιο σημαντικό. Τίποτα δεν είναι αληθινό, τα πάντα επιτρέπονται".