Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

John Wick των δυτικών προαστίων 4

 

05:04 

Η βίλα μοιάζει άδεια. Δεν είναι. Μόλις πέφτει ο ήλιος, περνάω τα κάγκελα. Πρώτη σφαίρα στο μάτι, δεύτερη στο λαιμό. Τρέχω, γροθιά στον πρώτο φρουρό, τον πετάω πάω στους άλλους δύο, δύο σφαίρες σε κάθε κεφάλι, η επόμενη κουρελιάζει τα δάχτυλα στον τρίτο. Τον βάζω μπροστά σαν ασπίδα. Τα laser τον φιλάνε παντού. Τον κλωτσάω, γίνεται χαρτοπόλεμος από τα τα πυρά.

Πετάω τη φωτοβολίδα, ο χώρος είναι γεμάτος. Πυροβολώ τους πιο κοντινούς στόχους, τους αφοπλίζω και τρέχω στο επόμενο δωμάτιο. Μια λάμα με γδέρνει. Λαβή, κουτουλία και σπάσιμο μύτης, σφαίρα στο κεφάλι. Σκοτώνω τους άλλους τρεις και πετάω τον τελευταίο στην πόρτα. Κόβει τη φόρα στους πρώτους. Γεμίζω, τους σκοτώνω έναν έναν.

Οι μεγάλοι διάδρομοι που οδηγούν στο ρετιρέ είναι πλεονέκτημα. Τα συμβατικά φώτα σβήνουν, το κόκκινο του σιωπηλού συναγερμού ματώνει κάθε επιφάνεια. Έρχονται από παντού. Σφαίρες στα πόδια, παίρνω το βαρύ όπλο και ρίχνω σε κάθε κατεύθυνση. Η φωτιά καταπίνει τα πάντα. Χαριστικές βολές σε όποιον αναπνέει ακόμα. Ρίχνω σταμάτητα, οι τοίχοι λιώνουν, ανθρώπινα μέλη, μάτια και ουρλιαχτά επιπλέουν στο αέρα, ο χρόνος επιβραδύνει. Δύο σφαίρες περνάνε ξυστά, η μια χαιδεύει το αριστερό μου μπράτσο. Πετάω το άδειο πολυβόλο και παίρνω ένα άλλο.

Ανοίγω τρύπες, περνάω μέσα από φλεγόμενα σώματα. Από ένα σημείο και μετά, δεν βλέπω. Κολυμπάω ενάντιον στο ρεύμα, αίμα, στάχτες, κύματα από καπνό. Πετάω το πολυβόλο. Ώρα για επιδόρπιο. Το Beneli M4 είναι ιδανικό. Κλωτσάω την πόρτα. Ο Επίτροπος κάθεται πίσω από το γραφείο του. Σηκώνει το βλέμμα βαριεστημένα.

"Τζων, ήταν ανάγκη για τόση φασαρία;"

"Δεν ήταν επιλογή μου".

Ο Επίτροπος ανάβει τσιγάρο.

"Το ξέρεις πως υπάρχει μόνος ένας τρόπος για να απελευθερωθείς. Και κανένας δεν το έχει καταφέρει"

"Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά"

"Πρέπει να περάσεις από όλους τους κύκλους της κόλασης. Ο δρόμος για τον παράδεισο, βρίσκεται κάτω από τον θρόνο του Εωσφόρου"

"Δεν έχω χρόνο για λογοτεχνικές αναφορές, που είναι;".

Ο Επίτροπος ανοίγειο το συρτάρι και πετάει ένα τσαλακωμένο εισιτήριο.

"Καλό ταξίδι Τζων".

Παίρνω το εισιτήριο και το βάζω στην τσέπη. Οπλίζω το Beneli M4.

"Δε θα το έκανα αυτό αν ήμουν στη θέση σου"

"Αν ήσουν στη θέση μου, θα είχες ακόμα σφυγμό".

Το κεφάλι του διακοσμεί αφηρημένα τον τοίχο.

11:37

Απεχθάνομαι αυτά τα μέγαρα. Τσίρκα μεταμφιεσμένα σε ναούς τέχνης. 

Προσπερνάω τα γυαλιστερά περιττώματα και μπαίνω την κεντρική σκηνή. Έχει πλάκα το μέρος, ένα rave party με αστικό λούστρο. Όσοι δε χορεύουν, βγάζουν ασταμάτητα video και τραβάνε selfie. Πίσω από την σκηνή, ο ημιφωτισμένος διάδρομος οδηγεί σε ένα τεράστιο γραφείο. Ο Επιμελητής ανακατεύει την τράπουλα με δεξιοτεχνία.

"Τζων, πόσο νομίζεις ότι κοστίζει η ζωή σου;".

Κάθομαι απέναντι του.

"Διάλεξε ένα φύλλο".

Το διαλέγω και του το δίνω. Ντάμα κούπα. Ο επιμελητής χαμογελάει. Το βάζει πίσω στην τράπουλα.

"Τζων, τι έχεις εναντίον της μοντέρνας τέχνης;"

"Τίποτα. Απλά δεν είναι μοντέρνα ούτε τέχνη".

Ο Επιμελητής καγχάζει.

"Θέλεις να γίνεις πιο συγκεκριμένος;"

"Δεν ήρθα εδώ για να φλυαρήσουμε για τις φοροαπαλαγές των προιστάμενων σου"

"Πάντα κατευθείαν στο θέμα".

Aνακατεύει τα χαρτιά και μου δίνει να διαλέξω.

"Αυτό είναι το φύλλο σου;".

Ανθυπομειδιώ και το πετάω στο τραπέζι.

"Ποιον πρέπει να σκοτώσω, για να ησυχάσω;"

"Όλους"

"Οκ. Από που αρχίζω;"

"Αυτό πρέπει να το αποφασίσεις εσύ. Αν δεν το γνωρίζεις, είσαι επικηρυγμένος. Και η τιμή ανεβαίνει κάθε λεπτό που περνάει".

Κοιτάζω γύρω μου. Πρέπει να φύγω από'δω.

"Ένα τελευταίο παιχνίδι;".

Μοιράζει τα φύλλα. Τα σηκώνω και τα βάζω πάλι κάτω. Γυρίζει τα δικά του.

"Φουλ του ρήγα. Τι έχεις;"

"Μια στη θαλάμη και άλλους πέντε γεμιστήρες".

Δύο σφαίρες στα χέρια, τον πιάνω από την γραβάτα και κοπανάω το κεφάλι του στο τραπέζι. Πάει να ξεφύγει, πέλμα στο γόνατο, δεξί κροσέ στη μύτη. Τον κλωτσάω έξω από το γραφείο, κανείς δε δίνει σημασία, συνεχίζουν να χορεύουν. Τον πίανω από τη γραβάτα και τον πατάω στο λαιμό.

"Ποιος με επικήρυξε;"

"Δεν...Δεν μπορώ να σου πω!".

Σφαίρα στο δεξί ώμο.

"Λέγε!"

"Θα με σκοτώσουν!"

Σφαίρα στον αριστερό ώμο, κολλάω την κάννη στο λαιμό του, ουρλιάζει.

"Είσαι ήδη νεκρός. Τελευταία φορά"

"Ξέρεις! Η ξανθιά ήταν!".

Οι σφαίρες πέφτουν πολύ κοντά. Σηκώνω τον Επιμελητή και προχωράω μέσα στο πλήθος. Δέχεται αμέτρητα ριπές. Μόλις εντοπίζω τον εχθρό, πετάω την ασπίδα και ρίχνω. Οι άνθρωποι γύρω μου χορεύουν, μάλλον νομίζουν πως όλο αυτό είναι κάποιου είδος performance, ακόμη και όταν κάποιοι ανάμεσα τους πέφτουν νεκροί από τα αδέσποτα πυρά. Ή τα ναρκωτικά είναι τόσο καλά, που χάνεις κάθε επαφή με την πραγματικότητα.

Διακρίνω ανάμεσα στο πλήθος τέσσερις μαυροφορεμένους με μάσκες. Μεγάλες, πλαστικές, χαμογελαστά emoji. Τραβάω πρώτος και ορμάω μπροστά. Ένας κάτω. Γεμίζω το όπλο. Υπάρχει ελεύθερος σκοπευτής. Δεν προλαβαίνω ν'ασχολήθω, κινούμαι γρήγορα ανάμεσα στα ζόμπι. Γεμίζω το όπλο. Προλαβαίνω το δεύτερο μασκοφόρο. Μου πιάνει το χέρι. Λαβή, τον ρίχνω κάτω, σφαίρα στο χέρι, δεύτερη στη μάσκα. Το αίμα ανθίζει πάνω στο πλαστικό. Σηκώνομαι,  κυνηγάω τους δύο άλλους, οι σφαίρες χτυπάνε όλο και πιο κοντά.

Οι μασκοφόφοροι σκαρφαλώνουν στην σκηνή. Τρεις σφαίρες στην πλάτη. Καθώς τον προσπερνάω, ρίχνω άλλη μια στη μάσκα. Πυροβολώ τον DJ, η μουσική είναι άθλια. Το πλήθος συνεχίζει να χορεύει. Ορμάω στον τελευταίο, κατρακυλάμε ανάμεσα στις σκάλες και τους τεχνητούς καταρράκτες αυτού του αρχιτεκτονικού εκτρώματος. Πριν πιάσω το όπλο, με κλωτσάει. Βάζω τα χέρια μπροστά. Του πιάνω το πόδι και τον ρίχνω κάτω. Του βγάζω τη μάσκα. Η λαβή μου κερδίζει αρκετό χρόνο ώστε να πιάσω το όπλο. Δύο σφαίρες στο κεφάλι.

Κοιτάζω ψηλα, ο σκοπευτής το βάζει στα πόδια. Βγαίνω από το κτίριο, πηδάμε από ταράτσα σε ταράτσα. Η τέταρη σφαίρα τον βρίσκει στο πόδι. Του πατάω το χέρι.

"Βγάλε τη μάσκα!".

Η ξανθιά με κοιτάζει με μίσος. 

"Κάντο!".

Τη σημαδεύω.

"Και όλα αυτά για μια γάτα; Άξιζε Τζων;".

Η σφαίρα στο μέτωπο βάζει τελεία σε μια αδιέξοδη συζήτηση.

04:23

Κάτω από το θέατρο, υπάρχει μια άλλη σκηνή. Δίνω το εισιτήριο και προχωράω. Η Χορογράφος δε χαίρεται που με βλέπει. Κάνει νόημα στις χορεύτριες να συνεχίσουν μόνες τους. Πηγαίνουμε στο καμαρίνι της. Γεμίζει δύο ποτήρια.

"Τι θέλεις Τζων;"

"Να μου παραχωρήσεις το βέτο σου".

Γεμίζει ξανά το ποτήρι της και το πίνει απνευστί.

"Κια γιατί να το κάνω αυτό;"

"Γιατί μου χρωστάτε. Και γιατί είσαι οικογένεια"

"Το δεύτερο το έχεις ξεχάσει εδώ και χρόνια"

"Δεν ευθύνομαι μόνο εγώ".

Με κοιτάζει θυμωμένα. Βγάζει το χρυσό μενταγιόν και το πετάει στο τραπέζι. Το πιάνω, τα ακροδάχτυλα μου χαιδεύουν το ανάγλυφο. Το βάζω στην τσέπη. Γεμίζω τα ποτήρια και τσουγκρίζω το δικό της. Το πίνει απρόθυμα.

Σηκώνομαι, την πλησιάζω. Γονατίζω και της φιλάω το χέρι. Μου χαιδεύει το μάγουλο. Λίγο πριν βγω από το καμαρίνι, με φωνάζει.

"Τζων;"

"Ναι;"

"Μην αφήσεις κανέναν ζωντανο".

06:13

Μπαίνω στο Ξενοδοχείο. Ο Σύμβουλος  είναι στο ρετιρέ. Καπνίζει βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει. Στέκομαι δίπλα του.

"Ένα ινδικό ρητό λέει πως ο χαρακτήρας της γυναίκας και το πεπρωμένο του άντρα αλλάζουν συνέχεια".

Ο Σύμβουλος  πετάει το τσιγάρο και κοιτάζει την ώρα στο κινητό του.

"Δεν μπορώ να σου προσφέρω καταφύγιο"

"Τότε γιατί με κάλεσες;".

Γυρίζει προς το μέρος μου, βγάζει ένα τραπουλόχαρτο από την τσέπη και μου το δίνει. Είναι ο Ρήγας Μπαστούνι.

"Το φύλλο γύρισε. Μπορώ να σου δώσω μια ώρα προβάδισμα, πριν σε κυνηγήσει όλη η πόλη. Στο βεστιάριο θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι".

Βάζω το τραπουλόχαρτο στην τσέπη. Ο Σύμβουλος Διατησίας με χτυπάει φιλικά στην πλάτη.

"Κάποια τελευταία συμβουλή;"

"Κοίτα να το διασκεδάσεις".

09:32

Βγαίνω από το αυτοκίνητο. Οπλίζω το πολυβολό. Η τζαμαρία γίνεται κομμάτια. Το κρεμάω στον ώμο και βγάζω τα όπλα από τις τσέπες. Σκοτώνω όποιον είναι ακόμα ζωντανός. Σπάω την πόρτα. Το πολυβόλο είναι υπέροχο, ο ένας μετά τον άλλο, πέφτουν σαν σκιάχτρα από σανό, οι στάχτες τους σκορπίζουν πριν αγγίξουν το πάτωμα. 11, 12, 13. Τρυπάω τον τοίχο, σφαίρες στο κεφάλι.

Επόμενο δωμάτιο, ορμάνε από παντού. Λάμες, σφαίρες, αλυσίδες. Χρησιμοιποιώ ό,τι έχω και δεν έχω για ν'ανοίξω δρόμο. Δάχτυλα στα μάτια, σπασμένα χέρια, λάμες στο λαιμό, σφαίρες. Σκάβω μέσα από σάρκες και οστά, φλεγόμενα πτώματα και κραυγές. Άλλος ένα γεμιστήρας, άλλο ένα όπλο. Ο πόνος είναι το καύσιμο που βάζει φωτιά στο φόβο. Δε νιώθω τίποτα. Η πληγή στον ώμο, οι ουλές, τα χτυπήματα είναι απλά χαμένος χρόνος. 

Περισσότερες σφαίρες, λαβές, σπασμένα χέρια και πόδια. Δεν ξέρω αν βρίσκομαι εδώ μερικά λεπτά ή αιώνες. Η πλημμυριδά των πτωμάτων με οδηγεί στην κορυφή, ανεβαινώ σκαλί σκαλί για να φτάσω στο ρετιρέ. Ο Μαρκήσιος με περιμένει. Το ραγισμένο χαμόγελο του δεν μπορεί να κρύψει το άγχος. Γεμίζει δύο ποτήρια κρασί και μου προσφέρει το ένα. Σφίγγω το όπλο.

"Το ξέρεις πως δεν μπορείς να ξεφύγεις. Ακομη κι αν με σκοτώσεις. Το συμβούλιο έχει αποφασίσει".

Βγάζω το μενταγιόν και το τραπουλόχαρτο και τα πετάω στο τραπέζι. Ο Μαρκήσιος πιάνει το τραπουλόχαρτο. Το γυρίζει, αναγνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα. Αδειάζει το ποτήρι και βάζει κι άλλο κρασί. 

"Αυτή τη στιγμή η τιμή σου είναι 20 εκατομμύρια. Σου δίνω τα διπλά να σκοτώσεις το υπόλοιπο Συμβούλιο".

Οπλίζω.

"Είμαι η μόνη σου ελπίδα να γλυτώσεις. Με το που θα βγεις έξω, δεν υπάρχει μέρος να κρυφτείς. Άσε που δε θα προλάβεις, το κτίριο είναι γεμάτο εκρηκτικά. Μόλις η καρδια μου σταματήσει, θα ανατιναχτεί. Λοιπόν;".

Δύο βολές στα πόδια, σπάω το μπουκάλι στο κεφάλι του. Τον σέρνω στο ασανσέρ. Λίγο πριν φτάσουμε στο ισόγειο, βλέπω χιλιάδες laser να ψαχουλευούν ανάμεσα στα ερείπια. 

Ο Μαρκήσιος φτύνει αίμα και γελάει.

"Λοιπόν; Τι θα κάνεις;"

Κολλάω την κάννη στο μέτωπο του.

"Σε εκείνους τους ανθρώπους που με ενδιαφέρουν εύχομαι βάσανα, ερήμωση, αρρώστιες, κακομεταχείριση, ταπεινώσεις -εύχομαι να έρθουν σε επαφή με τη βαθιά αυτοπεριφρόνηση, το μαρτύριο της μηδενικής αυτοπεποίθησης, την αθλιότητα των νικημένων. Δεν τους λυπάμαι, γιατί τους εύχομαι το μόνο πράγμα που μπορεί να αποδείξει σήμερα αν αξίζει κανείς κάτι ή όχι -να αντέξει. Καλή τύχη Τζων".

Δύο σφαίρες. Βγαίνω από το ασανσέρ. Μετράω τα δευτερόλεπτα. Στις τσέπες μου υπάρχουν δύο τελευταίοι γεμιστήρες. Οι εκρήξεις ξεκινάνε από το ρετιρέ. 

10.

9.

8.

7.

6.

Χαιδεύω τις σκανδάλες. Βγαίνω από μια ρωγμή δίπλα από τις σκάλες.

5.

4.

3.

2.

1.

ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ

Ο Σύμβουλος στέκεται πάνω από ένα τάφο. Ανάβει δύο τσιγάρα και αφήνει το ένα πάνω στην ταφόπλακα. Ο Βοηθός του στέκεται δίπλα του.

"Που λες να βρίσκεται; Πάνω ή κάτω;"

"Ποιος ξέρει;".

Ο Σύμβουλος  πετάει το τσιγάρο και φοράει τα γυαλιά ηλίου. Ο Βοηθός μπαίνει στο αυτοκίνητο. Ο Σύμβουλος χαϊδεύει την ταφόπλακα.

"Fata viam invenient".



Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

Sergio Leone: The Italian Who Invented America

 


Συμβαίνει κάθε χρόνο. Δε θα προλάβεις να δεις κάποιες ταινίες, που διαφορετικά θα έμπαιναν στη λίστα σου με τις καλύτερες. Δεν κατάφερα να δω μέσα στο 2022 τα Living, All the Beauty and the Bloodshed, που σίγουρα θα έπαιζαν πολύ ξύλο για να μπουν στην τελική δεκάδα.

Αντί αυτών - και πιθανόν κάποιων άλλων ταινιών, που όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, τις ξέχασα, και σίγουρα θα τις θυμηθώ όλες, μόλις αναρτηθεί η δημοσίευση- προτίμησα να αφιερώσω ένα κείμενο στο ντοκιμαντέρ για τον Sergio Leone. Ο Leone είναι από τους καλύτερους, επιδραστικότερους και πιο υποτιμημένους σκηνοθέτες στην ιστορία του μέσου.

Τηρουμένων των αναλογιών, η πορεία του και η επιρροή του, μοιάζει σε αρκετά σημεία με αυτή των Beatles. Mε μόνο 8 ταινίες, άφησε ανεξίτιλο το σημάδι του στον κινηματογράφο και την pop κουλτούρα. Πήρε την σκυτάλη από το Yojimbo του Κουροσάβα και καθιέρωσε στο συλλογικό υποσύνειδητο τον αντίηρωα. Δεν ήταν αντιγραφή το Fistfull Of Dollars, άλλα μια διαφορετική ερμηνεία. 'Αλλωστε ο ίδιος ο Κουροσάβα έχτισε την ιστορία του πάνω στο Red Harvest του Dashiell Hammett. Η αρχή του ανώνυμου αντιήρωα βρίσκεται στον Continental Op του Αμερικανού συγγραφέα. 

Ο Leone έπλασε το κινηματογραφικό αρχέτυπο του ανώνυμου αντιήρωα στην τριλογία των δολαρίων και το Once Upon A Time In The West.

Για το πόσο επιδραστικός είναι ο Leone, ρωτήστε τον Tarantino, o οποίος έχει σαν εικόνισμα την φωτογραφία του Ιταλού  και στην οποία προσεύχεται τρεις φορές τη μέρα, πριν και μετά το φαγητό. Από την χρήση των κοντινών, την απαράμιλλη ικανότητα να χτίζει σασπένς μέχρι την μνηνιώδη χρήση της μουσικής. Ο ίδιος ο Leone είχε πει πως η μουσική του Morricone είναι οι καλύτεροι διάλογοι και σενάριο που είχε ποτέ. 


Δεν είναι τυχαίο πως οι σκηνές ουσιαστικά ράβονταν πάνω στο σώμα του soundtrack. Στο ντοκιμαντέρ μιλάνε οι Tarantino, Eastwood, Scorsese και Spielberg μεταξύ άλλων. Όμως τα πλάνα αρχείου με τον Ιταλό σκηνοθέτη είναι αυτά που ξεχωρίζουν. Γιατί παρουσιάζουν ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό θραύσμα, ενός ανθρώπου που δεν ζούσε και ανέπνεε απλά για τον κινηματογράφο. Μια από τις αγαπημένες μου ιστορίες για το Leone, είναι αυτή που εξηγούσε σε μια συνέντευξη το πως διαλέγει σενάρια. Ανοίγει μια σελίδα στην τύχη, και αν δει πως έχει πολύ διάλογο το απορρίπτει. 

Ο κινηματογράφος είναι μια γλώσσα με εικόνες. Και ο Leone γνώριζε αυτή τη γλώσσα όσο ελάχιστοι. Αν και η εμβληματική τριλογία είναι το πιο γνωστό και δημοφιλές έργο του, το Once Upon A Time In The West όχι μόνο τη συμπληρώνει και τη συνοψίζει, δεν είναι απλά  το καλύτερο western όλων των εποχών, όσο παίζει είναι η καλύτερη ταινία που γυρίστηκε ποτέ. Φέτος το είδα δύο φορές και το ντοκιμαντέρ μου άνοιξε την όρεξη να το ξαναδώ.

Το western το οποίο αποδόμησε τη μυθολογία του είδους και ταυτόχρονα την ξανάχτισε. Το φιλμ που είναι η οριστική τελεία, ότι ακολουθήσε είναι άνω τελειές και κόμματα. Το Once Upon A Time In The West δεν είναι απλά το απόλυτο western, ένα σχόλιο στον καπιταλισμό που επελαύνει με τη μορφή του σιδηρόδρομου που σαρώνει την παλαιά τάξη, μια ιστορία εκδίκησης. Είναι ολά αυτά μαζί και ταυτόχρονα τίποτα και πολλά περισσότερα.

Είναι ο Peter Fonda, ένα ανεστραμμένο σύμβολο. Ο καλός του Hollywood που μεταρφώνεται σε έναν από τους πιο ξεχωριστούς κακούς. Είναι ο Charles Bronson. Μπορεί ο Eastwood να είναι η ενσάρκωση τηνς Άγριας Δύσης, όμως δε νομίζω πως θα ερμήνευε καλύτερα τον άντρα με τη φυσαρμόνικα. Ο Bronson έλεγε πως δεν είναι ηθοποιός, αλλά ότι παρέχει μια παρουσία. Η γρανιτένια φυσιογνωμία του λέει όσα δεν μπορούν χιλιάδες γραμμές διαλόγου. Είναι φυσικά η μουσική του Morricone. Η εναρκτήρια σεκάνς, που διδάσκει πως χτίζεις σασπένς.

Ένας Ιταλός σκηνοθέτης που δεν ήξερε αγγλικά, γύρισε την Αλμερία westerns, με Ιταλούς και Ισπανούς σαν συνεργείο και δευτεροκλασάτους Αμερικανούς ηθοποιούς. Ο Leone δε γυρίσε απλά Spaghetti Western. Επαναπροσδιόρισε το είδος , αφαιρώντας το φωτοστέφανο του ρομαντισμού και την επίστρωση αθωότητας της Αμερικής. Ο ίδιος το είπε καλύτερα. 





Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

It's, like, the end of the world and I don't have anything to wear

 


I'm going to be late. Where's my black shirt? Ok, all my shirts (and t-shirts) are black, but I need THAT black shirt. I need a haircut.  And those eye bags... Why am I so nervous? Maybe because is my first date since aeons. Where is my phone? My keys? 
It's awfully quiet for a Saturday, the streets are empty, the metro station is empty, nobody around. WTF, did I miss something? I'm already late. Where is a cab when you need one? I'm walking all sweaty and stressed, and then it hits me. I take a step back and look around. There's no one. No cars, no people, not even strays. Ok, this isn't funny. I call my mother, she doesn't answer. Neither my friends or my date. I'm walking terrified. 
I've had hangovers before, but this is ridiculously scary. Am I dead? Is this hell? Or am I the only survivor? Please Lord no, all the films and tv shows with this premise are all boring. I spot a car running. I got in and drove to the bar. Not a living soul. I call every number on my phone, no one answers. Whatever, I at least I wasn't late. Three drinks later, I feel more confused. No signal, the internet is down.
What is happening? Am I dreaming? Am I in a coma? Is this a test, a simulation, some kind of a VR beta test? And why I'm not hearing boss music? As if reality wasn't fabricated and Tiktoksexual enough... I need some music. Not that. This one is better. Half a bottle later, my options are still shitty. Suicide? Nah, too selfish for that. Try to find what happened? Too lazy. So what? I don't know man, I'll take all the booze and chocolates I can carry, head back home and drink my self to oblivion
The phone rings. I haven't seen that number for a long time. That sigh... The G-spot between awkward and sexy. She's scared, I try to calm her. She's waiting at the square we used to meet. It's almost embarrassing, almost three years later. The break up was brutal, the recovery even worse. The intimacy is always there, trapped in the ice of the time unshared. Will the ice melt? Will it be still alive? Do my hair look good? I know her every move, gesture, and pause, what shines behind every glance.
She hugs me tight. The smell of her hair makes even the end of the world feel like vacation.
A shy kiss later and not one day have passed since we were together. We talk. Most of the time, I don't listen to what she's saying. I'm just devouring every detail of her. The conversation leads to the same dead ends.
"I never felt that you were mine, only when we made love. And we can't make love all the time."
"Says who?"
"You never change, do you?"
"If change means boring, than no."
She smirks. I pull her closer and kiss her. She's nervous.
"Is it possible, that we are the last two people in the world?"
"I don't know."
"What if is it true?"
"Well, maybe that's the only way we can be together."
Existencial crisis loading. With a twist of panic attack. I know that look. The road is gonna get bumpy.
"Why did you leave me?"
"I didn't leave you, you run away."
"You made me!"
"Let's not play with words. Again."
She stands up. 
"Why are you here? Because I'm the last person in the world or is it because you wantd to see me?" 
I reach for her hands. She sits on my lap.
"Every white hair on me has your name."
"What about your heart?"
"You kicked it so hard in the balls when you left, that had sex reassignment!"
"You don't take anything seriously, everything is a joke to you!"
"I wasn't trying to be funny."
"You are a teenager trapped in the body of a middle-aged man!"
"More like a middle aged man trapped in the body of a teenager"
"An out of shape one..."
"Touché."
"What do you want?"
And right before I poured my heart and soul, the phone rings. Of course it was a dream. It's my date. I stood her up. She's furious. I get up and make some coffee. The world is still there. Maybe that dream was a sign. Or just an excuse use to see her. I get dressed and off I go to another disappointment. She's surprised to see me.
"What are you doing here?"
"I know that is going to sound weird, but I have to get it out of my system. If the world was going to end tonight, you are the only person that I'd like to be with!"
She's confused.
"Funny, I had a dream last night. Something like that."
She had the same dream. We talk, we fight. 
"I'm dating someone."
"Spare me the vague ambiguity!"
"You don't get it, do you? I' m seeing someone else!"
"If he was important, you wouldn't be here!"
"I'm not supposed to be here, we have a date and you are making me late!"
"We are having a serious conversation!"
"We are fighting about a stupid dream!"
"A dream with both saw? Doesn't this mean anything to you?"
"It's strange... I don't know. Probably a coincidence. I have to go."
I stand in her way.
"It's not a coincidence."
"Ok it's not. And then what? We'll keep fighting, until you grab me and kiss me?"
I grab her and kiss her. That was a long kiss. A cinematic one. Her phone rings.
"Tell him to go fuck himself"
"If the world ended, I would also like to be with you."
I smile. 
"What if all this is just a bad remake or a sequel?"
"It's not."
"Ok. And if it's a flop anyway?"
"Did you enjoyed Babylon?"
"Every second of it."
"It was a huge flop."
"Your point?"
"Even if it is a flop, we'll have the time of our lives."
"I'd like it if you were more specific."
"I'd like it if you were less dresssed."
He beauty can't explain the world away. But it's the best question left unanswered.
Ok, I have to be honest. There was never a dream. My heart needed confort food, so I watched two of my favourite 80s films. I hope my parallel universe selves are happier than me... Did anything of the above actyally happened? Maybe, maybe not. Never trust a writer, especially on a lonely Saturday night. Is there anything true? Does it matter? The dream is always the same.




Τρίτη 9 Μαΐου 2023

Στην άκρη της άκρης του κόσμου IX-X

 

                           Πρήβιουσλι ον Στην άκρη της άκρης του κόσμου

Η νύχτα ξυπνάει σαν στρείδι, ανοίγει αργά για καταπιεί όλα τα σκουπίδια που νομίζουν πως θα μεταμορφωθούν σε μαργαριτάρια. Το περίγραμμα της πόλης θηλιά, τριγυρίζεις στα στενά της σαν αδέσποτο. Σαρκοβόρα φώτα, βουλιάζουν οι αισθήσεις στη νοσταλγία. Φοβάσαι να κοιτάξεις το πρόσωπο σου στις αντανακλάσεις, έναν αστερισμό από ρωγμές, μάτια πνιγμένα από την πραγματικότητα, φλέβες άδειες από έρωτα και το τσίρκο του μυαλού πάντα να καίγεται. Το δίχτυ της βροχής  λαξεύει τον εφιάλτη της επόμενης μέρας.

Ψάχνεις ένα μέρος να κρυφτείς, όλα είναι γεμάτα, από ανθρώπους σαν εσένα. Ξερνάνε σκουριά από κάθε πόρο. Τους βλέπεις χαρούμενους, αλλά είναι τόσο αποπνικτικά βαρετοί που ακόμη οι σκιές τους θέλουν να δραπετεύσουν  μακρύα από  αυτούς. Μασάνε κλισέ, ελπίδες και φιλοδοξίες, τσίχλες που δεν έχουν πια γεύση, και είναι πολύ περήφανοι για να τις καταπιούν ή να τις φτύσουν. Μηρυκάζουν τις ίδιες αυταπάτες. Χρόνια γυμνά, αργοπεθαίνουν μέσα σε σώματα άδεια σαν μελανοδοχεία.

Προσπαθείς να αποκρυπτογραφήσεις, ποιος ψίθυρος κρύβεται πίσω από τις παραμορφωμένες προτάσεις τους, ποια κραυγή πίσω από τα βλέμματα, τους μορφασμούς και τις χειρονομίες. Πως να υπερβείς τη ζωή σου με λέξεις; Άλλο ένα ποτό, άλλο ένα τσιγάρο. Διαφορετικοί διάλεκτοι της ίδιας σιωπής, της ίδιας ήττας. Απελπισμένη τρυφερότητα που ψάχνει ανταπόκριση μέσα στα βαλσαμωμένα λόγια, απλώνεται σαν ιός από στόμα σε στόμα. Τι ακριβώς ψάχνεις; Είναι μια νύχτα σαν τις άλλες. Αρώματα ανατεμένα με καπνό και φασαρία. Υπάρχει το νέκταρ της λήθης πίσω από τη μουσική και τα χρώματα; Υπήρξε ποτέ;

Πόσοι ψάχνουν κι απόψε, μια εφήμερη αιωνιότητα; Ποιος γυρεύει στα τραγούδια μια προσευχή με μεγαλύτερη ημερομηνία λήξης; Είσαι κουρασμένος, τα βλέφαρα σου αμόνια. Δεν μπορείς να κοιμηθείς, η αυπνία είναι ανίατη εδώ και χρόνια. Κοιτάζεις γύρω σου, οι μισοί βυζαίνουν τις οθόνες των κινητών τους και οι υπόλοιποι κοιτάζουν αριστερά και δεξιά απελπισμένοι. Κανείς δε χορεύει, κάποιοι σιγοτραγουδούν σαν να κάνουν σεκόντο σε μοιρολόι. Η ετυμολογία της λέξης διασκέδαση είναι σκορπίζω, δυαλύω. Κανένας δεν έχει σκορπίσει απόψε, όσο κι αν παλεύει.

Γυρίζεις στο ξενοδοχείο, η βροχή δυναμώνει. Πόσος πόνος χωράει σ’ένα σώμα, πόση θλίψη σε μια πόλη; Πλένεις το πρόσωπο σου, κοιτάζεις τα μάτια σου. Το μεσημέρι θα ξυπνήσεις περισσότερο κουρασμένος, φορτωμένος με όλες τις ήττες του κόσμου. Μέρες δίκοπες, δεν μπορείς να τους κρυφτείς. Πέφτεις στο κρεβάτι. Χαράζει; Πόσο καιρό έχεις ν’αντικρίσεις την αυγή μεθυσμένος από εκείνον τον πυρετό; Από το αίμα της νύχτας, που ξέπλενε κάθε μετριότητα και βάφτιζε τα πάντα με τη λάμψη του ονείρου; Αισθάνεσαι πως η ζωή σου είναι μια ταινία, που ξεχάστηκε, δεν την είδε κανένας. Την ψάχνεις απεγνωσμένα σε κάθε κανάλι, μα δεν προβάλλεται πουθενά.

Κλείσε τα μάτια, σκούπισε από την ακοή σου τις αναθυμιάσεις των συζητήσεων. Άσε για λίγο απέξω την αστική παράνοια και κλειστοφοβία. Πήγαινε πίσω, σ’εκείνο το καλοκαίρι. Το ασήμι του φεγγαριού έλουζε το δέρμα. Ανάμεσα στα κύματα και την άμμο, ανέμεσα σε αυτόν τον κόσμο και έναν άλλο. Το μόνο που τα χώριζε ένα σώμα. Όσο και αν ανακατέψεις την τράπουλα των αναμνήσεων, εκείνη πάντα κερδίζει.

                                                                


Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Βρίσκομαι σ’έναν διάδρομο, κάθε πόρτα οδηγεί σ’έναν άλλο, Inception πασπαλισμένο με Matrix, να σας το τυλίξω ή θα τον φάτε εδώ; Ανοίγω πόρτες που οδηγούν σε παράθυρα, παράθυρα που οδηγούν σε υπονόμους. Η ρυμοτομία των ψευδαισθήσεων μου όλο και χειροτερεύει, κάποιος παίρνει μίζες και δε μου δίνει τίποτα. Η τελευταία πόρτα με οδηγεί στο διάστημα. Αφού έπεφτα για δύο έτη φωτός, βρίσκομαι στο σπίτι μιας πρώην μου.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει, νιώθω το ίδιο μαλάκας με τότε. Η ξινίλα της διαχρονική αξία.

“Πότε επιτέλους θα σοβαρευτείς;”

“Τι εννοείς;”

“Σταμάτα τις υπεκφυγές. Πρέπει ν’αρχίσεις να βγάζεις λεφτά από αυτά που κάνεις, δεν μπορείς να γράφεις μια ζωή μαλακίες σ’εκείνο το blog που δεν τις διαβάζει κανείς!”

“Και τι ακριβώς να κάνω;”.

Το βλέμμα της έκανε το θειικό οξύ να μοιάζει με αφρόλουτρο. Σηκώθηκε και άρχισε να χτενίζεται νευρικά. Πάντα αυτό έκανε όταν νευρίαζε, ήταν το πρελούδιο των καυγάδων μας. Μετά μου πέταγε τη βούρτσα, που συνήθως την ακολουθούσαν μεγαλύτερα και βαρύτερα αντικείμενα.

“Δεν μπορούμε να συχεχίσουμε έτσι. Δε σε ενδιαφέρει τίποτα, δεν παίρνεις τίποτα στα σοβαρά. Πρέπει να βρεις μια δουλειά όπου θα γράφεις για σοβαρά θέματα και ν’αμοίβεσαι. Δεν μπορείς ν’αδιαφορείς για τα botox της γυναίκας του πρωθυπουργού, την Kylie Jenner και τις παραστάσεις του Μπισμπίκη. Υπάρχουν πιο νέοι από σένα που κάνουν καριέρα, υπουργοί με σοβαρές αρμοδιότητες όπως οι αποχετεύσεις, οι αργίες και το Twitter. Να μπορούμε να βγαίνουμε σε ωραία μέρη και να ανεβάζουμε stories με Spicy Margaritas, όχι να πηγαίνουμε στα καταγώγια που συχνάζεις! Να φτιάξω επιτέλους και ένα highlight στο Instagram με διακοπές. Να τρώμε brunch και να πηγαίνουμε ταξίδια”.

Την κοιτάζω σαν οπαδός ομάδας, που ο διαιτητής έδωσε πέναλτι στον αντίπαλο στις καθυστερήσεις.

“Μη με κοιτάζεις έτσι, με εκνευρίζεις!”

“Συγγνώμη, μπορώ τουλάχιστον ν’αναπνέω από το ένα ρουθούνι;”

“Άσε τις κρυάδες, πρέπει να ωριμάσεις. Η σχέση μας πρέπει να πάει σε άλλο επίπεδο, δεν μπορούμε να είμαστε μια ζωή έτσι!”

“Δήμητρα, τι ακριβώς θέλεις;”

“Θέλω να παρατήσεις τα εφηβικά όνειρα για ταινίες, σενάρια και χαζομάρες. Να πουλήσεις την κάμερα σου και να πάρουμε αυτοκίνητο. Θέλω να νοικιάσουμε σπίτι”

“Μα έχουμε σπίτι, το δικό μου”

“Δε μου αρέσει. Θέλω να πάμε αλλού. Εννοείται πως στο καινούργιο διαμέρισμα, δε θα κουβάλησεις όλες τις σαβούρες που έχεις”

“Ποιες είναι οι σαβούρες;”

Tο παλιατζίδικο, τα βιβλία, τα comics, τους δίσκους και τα περιοδικά”

“Μα…”

“Δε θα με διακόπτεις όταν σε διακόπτω. Θ’αλλάξεις δουλειά και η γάτα θα πάει στη μάνα σου”.

Όπως καταλαβαίνετε, η αναφορά στη γάτα ήταν το ποτήρι που ξεχείλισε την σταγόνα.

Η Δήμητρα με πλησιάζει και με φιλάει.

“Θέλω το καλύτερο για μας. Αύριο μπορεί να κάνουμε οικογένεια. Δε ζητάω πολλά, να μ’αγαπάς , να είσαι καλός με την κυκλοθυμία μου και να με προσέχεις”.

Αν η κυκλοθυμία της Δημήτρας μπορούσε να μετατραπεί σε ενέργεια, το πλουτώνιο θα έχανε την αξία του. Κάπου, σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, κάποιος γράφει την λέξη αγάπη πάνω σε μια ατομική βόμβα. Πήγα ν’ανάψω τσιγάρο, αλλά μου το πήρε από το χέρι.

“Και αυτό τέρμα. Και θ’αρχίσεις γυμναστήριο”

“Μάλιστα… Να ρωτήσω κάτι;”

“Πρόσεξε τι θα πεις”

“Τελικά από ποιο ρουθούνι μπορώ ν’αναπνέω, το αριστερό ή το δεξί;”.

Μορφασμός αποδοκιμασίας. Η Δήμητρα επέστρεψε στο κινητό της. Άλλη μια κλασική κίνηση, το ήξερε πως με εκνεύριζε.

“Ίσως πρέπει να κάνουμε ένα διάλειμμα. Νομίζω πως δε βαδίζουμε στον ίδιο δρόμο. Είσαι ανώριμος για να συζήσουμε, να κάνουμε παιδί και κοινό λογαριασμό στο Tik Tok”.

Η Δήμητρα, με το βαρύ βιογραφικό, που περιλαμβάνει θέσεις κύρους, όπως πωλήτρια, σερβιτόρα, τηλεφωνήτρια και ταμίας στα Public, επειδή έπιασε δουλειά σε μια startup, νομίζει πως μας χωρίζουν ταξικά τείχη.

“Δεν έχεις τίποτα να πεις;”

“Έχεις δίκιο αγάπη μου”

“Θα σοβαρευτείς;”

“Από Δευτέρα”

To υπόσχεσαι;”

“Στο τιμόνι που κρατάω;”

“Άσε τις ειρωνείες και πες μου”.

Δεν είπα τίποτα, τη φίλησα, πήγα στο μπάνιο και το έσκασα από το φωταγωγό. Γιατί βρέθηκα σε αυτή την παγερή ανάμνηση; Δεν ξέρω τι κάνει η Δήμητρα κι ούτε θέλω να μάθω, ελπίζω μόνο ο ψυχίατρος να της αύξησε τη δόση στα χάπια. Τριάντα στρέμματα διαδρόμων μετά, βρίσκομαι σε ένα τεράστιο penthouse. Κλινικά μινιμαλιστικό, αποστειρωμένο από γούστο και αισθητική. Γύρω μου μπαρμπαδες και χίπστερς, ντυμένοι με την τελευταιία λέξη της αχρωματοψίας, συζητάνε βαριεστημένα. Ψάχνω μια έξοδο, οι πόρτες και τα παράθυρα αντί για κλειδαριές έχουν ένα παράξενο παζλ – φωτοκύτταρo. Δεν πρέπει να τραβήξω την προσοχή. Κοιτάζω τους δίσκους με το φαγητό. Όλα μοιάζουν με ξεραμένη μύξα πάνω σε μπαγιάτικο ψωμί. Ψάχνω για ουίσκι στο μπαρ. Η κάβα φτάνει για να ξεχρεώσει η χώρα και με τα ρέστα να πάρουμε τη Μάλτα.

Παρατηρώ τους θείους. Όλοι φοράνε το ίδιο μενταγιόν. Αναρωτιέμαι αν είναι ο ενδυματολογικός κώδικας κάποιας αίρεσης. Μετά κατάλαβα πως είναι τα κλειδιά αυτής της φυλακής. Υπομονή, την κατάλληλη στιγμή, θα κλέψω ένα και θα φύγω. Κάθομαι στον καναπέ και ακούω τις συζητήσεις. Κανείς δε μου δίνει σημασία.

“Δε συμφωνώ αγαπητέ, αυτοί οι ευφημισμοί περί ενσωμάτωσης και ειρωνικής ιδιοποίησης είναι φαιδροί. Ερμηνευτικές παρεκκλίσεις που οδηγούν σε νοηματική αφυδάτωση”

Aυτή η ψυχαναγκαστική ανάγκη για νοηματοδότηση… Κερδοσκοπικά παιχνίδια των εμπόρων τέχνης, φουσκώνουν τις τιμές με θεωρητική υπεραξία. Η τέχνη δεν είναι άλλη μια ισοτιμία. Πρέπει να ξεφύγουμε από την συμβολολαγνεία και τις εμμονικές ερμηνείες. Αφεθείτε στην αμετάφραστη ομορφιά της φόρμας, των μοτίβων και των υφών”.

Βάζω δεύτερο ποτό και πηγαίνω στο πηγαδάκι κοντά στο μπουφέ.

“Σταμάτα να τον δικαιολογείς. Η ρομαντικοποίηση μέσα από στερεοτυπικές αντιλήψεις με αηδιάζει! Στην  εποχή της έκφρασης του φύλου, του αυτοπροσδιορισμού και της μη δυαδικότητας, αυτά είναι απαράδεκτα. Απολιθώματα! Όλες οι θηλυκότητες και οι αρρενωπότητες πρέπει να είναι ελεύθερες να εκφραστούν, χωρίς αυτολογοκρισία. Φτάνει πια με την αυτομαστιγωματική  εσωστρέφεια άλλων δεκαετιών”.

Όσοι ώρα τον άκουγα να μιλάει, σκεφτόμουν τι χρώμα θα μπορούσαν να έχουν οι λέξεις του. Μάλλον κάτι μεταξύ ροζ και μουσταρδί.  Λίγο πιο πέρα, δύο κοπέλες κοιτάζουν τα φαγητά και κουβεντιάζουν με ενθουσιασμό.

“Που λες, ήταν φοβερό το φαγητό στο Αλέτρι, πίκλες από ορεινή φράουλα και  σουτζούκι σύκου με καπνιστό πιπέρι μπέρμπον από τη Μαδαγασκάρη και  πιπέρι βουνού από την Τασμανία. Αλλά και εδώ το μενού είναι καταπληκτικό, διάβασες τι περιλαμβάνει;”

“Δοκίμασα ήδη! Θαυμάσιο φρικασέ με κρέμα κουνουπίδι και ταρτάρ γαρίδας με αμύγδαλα, τραγανά φιλέτα από μπαρμπούνι, καλαμάρια, σουπιές με αφρό μετσοβόνε, αλλά και τόνος με σαλάτα από φύκια και σόγια! Έφαγες από τ’αλλαντικά ψαριών;»

“Εννοείται! Όλα υπέροχα! Παστουρμά και  μπέικον ξιφία, παστράμι κεφαλόπουλο και μαγιάτικο, και σουτζούκι από στρωσίδι και τυλινάρι . Φίνες γεύσεις , ισορροπημένες ανάμεσα στο αρμυρό και το πικάντικό

“Και ένα φανταστικό γλυκό πικρής σοκολάτας με γκοφρέτα πεπόνι, pudding πορτοκάλι γουασάμπι και παγωτό με Talisker!”.

Οι αισθήσεις μου έπαθαν δυσπεψία. Κοιτάζω γύρω μου το πανηγύρι της βλακείας. Ψευδοπροοδευτικοί νάρκισσοι που μαζεύτηκαν να γκρινιάξουν, για το πόσο άθλιος και αντιαισθητικός είναι ο κόσμος που δεν χωράει στον καθρέφτη μας, ένα κλειστό αυτοτροφοδοτούμενο κύκλωμα μαϊντανών, δεξιοί επιδειξίες που παριστάνουν τους κεντρώους εφαψίες, εικαστικοί καλλιτέχνες με εξιδείκευση στην κοπρολαγνεία που νομίζουν πως η προοδευτικότητα εξαντλείται στα μοντέλα με σύνδρομο Down , στο veganισμό και στις ουδέτερες προσφωνήσεις.

Μια παθητική ψηφιακή ψευδοσυλλογικότητα που νανουρίζει τους εφιάλτες της με ζαχαρούχα Prozac.  Πρέπει να φύγω από’δω, άρχισα να μιλάω σαν αρθρογράφος free press.  Ενώ βάζω το τρίτο –ή τέταρτο;- ποτό, ένας χιπστεροθείος με πλησιάζει. Πριν ανάψω τσιγάρο με σταμάταει.

“Δεν επιτρέπεται το κάπνισμα μέσα, μπορείτε να πάτε στη βεράντα”.

Εν τω μεταξύ, όλοι γύρω μου θηλάζουν κάποιο φανταχτερό USB, πιθανότατα προϊόν της Apple, με γεύση παστράμι κεφαλόπουλο και σουτζούκι από στρωσίδι. Βάζω το πακέτο στην τσέπη και αδειάζω το ποτήρι. Ο θείος χαμογελάει περίεργα.

“Πρώτη φορά που συμμετέχετε στην γαστριμαργική κολεκτίβα; Καταλαβαίνω την αμηχανία σας, η διακειμενικότητα και η σημειολογική αντίστιξη μπορεί να προκαλέσουν εννοιoλογική και ίσως οντολογική σύγχιση. Θα συνηθίσετε, μετά από δύο τρεις συναντήσεις , θα αποβάλετε τον ιδρυματισμό της ψευδεπίγραφης νόρμας και θα συντονιστείτε με το μέλλον”

“Γάμησε μας κι εσύ, δεν βλέπεις τι γίνεται εδώ πέρα;”.

O μπάρμπας λάγκαρε, μάλλον γιατί είχε καιρό κάποιος να του μιλήσει με λέξεις που έχουν λιγότερες από πέντε συλλαβές. Εκμεταλλεύομαι τον αιφνιδιασμό του και αρπάζω το μενταγιόν κλειδί. Ανοίγω την πρώτη πόρτα που βρίσκω μπροστά μου και πέφτω στη θάλασσα. Είκοσι χιλιάδες λέυγες μετά, βρίσκομαι σ’ένα γύρισμα. Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να συμμαζέψει το χάος βαριεστημένα.

“Τάσο, μην πάιρνεις την έκφραση βουδιστή διανοούμενου, δεν κάνουμε τέχνη εδώ. Θέλω τη συνηθίσμενη ηλίθια έκφραση

Ήχος γράφει

“Κάμερα γράφει”.

Η σκηνή αναπαριστά αυτό ακριβώς που έζησα πριν δέκα λεπτά. Παρατηρώ πως όλοι έχουν το ίδιο πρόσωπο με μένα. Ένας τεχνικός με πλησιάζει και ψιθυρίζει στο αυτί μου.

“We need to go deeper”.

Η ημικρανία μου έχει πονοκέφαλο με ολίγη από ναυτία και υπαρξιακά εγκαύματα. Ενώ το γύρισμα συνεχίζεται, ο σκηνοθέτης με πλησιάζει. Πηγαίνουμε λίγο πιο πέρα και μου προσφέρει τσιγάρο.

“Τι στο διάολο συμβαίνει;

“Όλες οι εκδοχές του εαυτού σου, από κάθε παράλληλο σύμπαν έχουν συγκεντρωθεί εδώ”

Έχουν συνέδριο;

“Συγκεντρώσου. Δεν ξέρω πως το κατάφερες, όμως έσπασες την αλληλουχία του σύμπαντος, την αρμονία της ύπαρξης”

“Σε απλά ελληνικά καθημερινής σειράς;”

“Με κάποιον τρόπο, το διαταραγμένο σου υποσυνείδητο τρύπησε τα τείχη ανάμεσα στις πραγματικότητες. Πρέπει να το διορθώσεις

“Γιατί; Και που το ξέρεις ότι το έκανα εγώ;”

“Δεν έχουμε χρόνο. Αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια πρέπει να βιαστείς”

“Στο διάολο η αλήθεια! Μόνο το ψέμα ενός ονείρου μας κρατάει στη ζωή, μεθυσμένους και ξεμέθυστους”

“Άσε τα αποφθέγματα και άκου προσεκτικά”.

O κλώνος  μου έβγαλε δύο τσιγάρα. Το ένα ροζ, το άλλο χρυσό.

“Άναψε το ροζ και θα επιστρέψεις πίσω. Το χρυσό να το ανάψεις μόνο όταν βρεθείς σε πραγματικό κίνδυνο”

“Είμαι παγιδευμένος σε κάποια ταινία που είναι υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα; Γιατί σε μένα όλα αυτά;”.

Μια έκρηξη διαλύει το σετ. Ο κλώνος μου δίνει τα τσιγάρα και με σπρώχνει.

“Πρέπει να φύγεις, πριν σε πιάσουν!”

“Ποιοι;”.

O κλώνος ανοίγει μια σχισμή στην πραγματικότητα με το τσιγάρο του και με πετάει μέσα. Στροβιλίζομαι στο άπειρο. Λιποθυμώ. Ανοίγω τα μάτια, βρίσκομαι στο σπίτι στο Λουτράκι. Ο προπονητής με κοιτάζει και ανθυπομειδιά.

“Αύριο ξεκινάτε για τη σωτηρία της ψυχής του δαίμονα. Είναι χαμένος σκοπός, αλλά θα σας βοηθήσω γιατί σας συμπάθησα”.

Βάζει δύο ποτά και μου δίνει το ένα.

“Τι εννοείς είναι χαμένος σκοπός;”

O προπονητής  γελάει.

“Είστε ήδη στην κόλαση. Αλλά όπως είπε και ο Μποντλέρ,  τι σημασία έχει η αιωνιότητα της καταδίκης για κείνον που βρήκε μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο το άπειρο της απόλαυσης;”.

Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια.

“Πέσε για ύπνο. Θα είναι μεγάλο το ταξίδι”

Που θα πάμε;

Στο παρελθόν”.