Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2023

The Logistics Of Sodomy

 

I don't know how I got here. I woke up in a labyrinth of screens. Everybody is famous, everyone is a star. At least, in their own minds. Social media is a market place, welcome to the bazaar, everyobody is a sex toy, an accessory. For sale or rent. This world is being sucked out of it's ass. Entertainment monopolies are destroying culture in every sense. 

I'm not rich enough to afford mental breakdown. Are we that broken form the internet? The planet is getting fist fucked, but for a beautiful moment in time, we created a lot of value for the shareholders. What a magnificent abomination the west is... Filled with ultra fucked numb puppets with delusional princess syndrome, that find everything disgusting and all around offensive. A Kardashianized zoo that craves subconsciously to be atomic dust

You're not special. You don't deserve anything. If you don't get it through your thick skull, that happiness, harmony, self-fulfillment or whatever word you use on Twitter these days, comes from the collective good. But this isn't fun, is it? You want a private, customised future. A trailer, of a movie that you' ll never watch, of a life that will never be. But it's yours and only yours, and that's what counts. Class conflict used to be classy.

Let's sabotage ourselves and fuck things up again, and see what happens. We are living in a simulation and someone turned the ridiculousness setting to max. Mental illness is a hell of a drug. We are all actors in this life.  It's just that most of us are underpaid for the role we play. Are you ready for the Post apocalyptic rape porn? I'm still alive for reasons I don't understand. I didn't expect anything and I'm still disappointed. Sick and tired of parasites asking why it's hard to find a good host. I'm not angry. I always hated  tantrums Network style. Another thing, that the second it came out, it was already branded, packaged and advertised. What is your favorite brand of chaos? Here, try our new flavor, the furious prophet, with a twist of lemon. I'm not pissed, I'm not even dissapointed anymore.  I'm bored, friend.

I'm sick of your stories

of your reels

of your quotes

of your travels

of your TikToks

of your hashtags

of your captions

of your genders

of your racism

of your irony

of your vibes

of your post post everything

of your meta nonsense

of your filters

of your austerity

of your European Union

of your preaching

of your cancel culture

of your OnlyFans 

We're fucking ostriches, with our heads so deep in the sewer, that the stench seems like the fragnace of heavens. In the meantine, let's play capitalism, like it's another season of Friends. Nobody is laughning, nobody is entertainted. And the landlords of the planet are puzzled. Why do the peasants don’t like my vanity projects? I specifically ordered them to like it. Anyway, our research team will make a better update for your digital dystopia. Keep on doing the dirty work, the heavy lifting and some day, the crumbs will fall at your feet.

We're not even extras in the global orgy. We are the domestic staff. Be a good slave, work endless hours, give us your money, give us your kids, give us your data so we can buy and sell you for the sixth time, and maybe you'll get a handjob. Isn't this fun children? No, it never was. We've reached the end of meaning. There's never was one, but we've passed the point of overanalyzing  nothing 200 miles ago. If Dante was alive today, he'd blew his brains out to stop the headache from your whining. Because our stupidity is the real hell.

Life isn't  another version of all those awful indie dramadies that play at the Sundance Film Festival. You know the ones, they're always a horrible combination of Wes Anderson, twee, and bad alt-rock music. Nothing feeds our souls, they're shrinking, weathering away from thirst. We are just commodities, polluting the Earth. A dumpster on fire. So keep on praying to whatever god you came up this week, for the world to end, because it won't get any better. Pray for rain. I don't know why I don't know why. Receptors overloaded, they burst and disconnect, 'til there was little feeling, please work with what is left. I'm bored beyond redemption. 

Pray for rain and fuck these double dildo acrobat and carpet cleaner influencers

fuck your life coaches

fuck your toxicities

fuck your self-improvement

fuck your therapy

fuck your astrology

fuck your sexism

fuck your pretentious art

fuck your political correctness

fuck your clickbait

fuck your double standards

fuck your fake news

fuck your narcissism

fuck your tattoos

fuck these dysfunctional insecure actors and actresses

thanks for coming to my Ted talk.





Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2023

The Killer (2023)

 

To Killer είναι μινιμαλιστικό σε σχέση με τις τελευταίες ταινίες του Fincher. Όμως είναι πολλά περισσότερα από μια άσκηση ύφους. Στο χαρτί είναι μια απλή ιστορία εκδίκησης. Έχουμε δει νιοστές παραλλαγές του θέματος. Η διαφορά ανάμεσα σε έναν καλό σκηνοθέτη και σε έναν μεγάλο, είναι πως θα σου παρουσιάσει κάτι συνηθισμένο με διαφορετικό τρόπο.

Η μεταφορά  του ομώνυμου γαλλικού κόμικ στην οθόνη, είναι από τις καλύτερες ταινίες του 2023. Σε μια εποχή που κυριαρχεί η αφηγηματική φλυαρία(λέγε με Σκορτσέζε και Νόλαν), και κάθε "σοβαρό" φιλμ χρειάζεται 3+ ώρες για να ξεδιπλώσει το σύμπαν του, ο Αμερικανός σκηνοθέτης δείχνει πως η απλότητα της ποιότητας είναι πάντα καλύτερη από την ποσόστητα.

Ο Fincher βρίσκει στον Fassbender τον ιδανικό πρωταγωνιστή, το alter ego του υποκριτικά. Ο ανώνυμος επαγγελματίας δολοφόνος δεν είναι ο John Wick. Είναι κλινικός, χειρουργικά ακριβής. Θέλει να παραμένει αόρατος ακόμα και σε κοινή θέα. Η κινηματογραφική αφήγηση και η φωτογραφία περιγράφουν τις λεπτομέρειες των μεθόδων του εξαιρετικά, ούτε ένα πλάνο περιττό.

Σε μια ταινία με λίγους διαλόγους, ο Fassbender - στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του - λέει τα πάντα χωρίς να λέει σχεδόν τίποτα. Και ο παραμικρός μορφασμός  αποκαλύπτει κάτι για τον χαρακτήρα. Το διακριτικό score των Renzor & Ross και τα τραγούδια των Smiths, ντύνουν ιδανικά τις σκηνές. Το μικρό αλλά χαρακτηριστικό πέρασμα της Tilda Swinton, η χορογραφία της μάχης στο Μαϊάμι, το ατμοσφαιρικό voice over, κομμάτια ενός παζλ που συμπλήρωνεται αρμονικά από την τελειομανία του Fincher.

 Το Killer είναι η μετεμψύχωση του Samurai του Melville, σε μια καλύτερη εκδοχή. Και όπως ο Γάλλος σκηνοθέτης γύρισε μια άτυπη τριλογία με τον Delon, αρχετυπικά noir και οι εμβληματικότερες ταινίες της φιλμογραφίας του, θέλουμε κάτι ανάλογο από τη συνεργασία Fincher και Fassbender. 

Κριτική στο Artscript



Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023

Στην άκρη της άκρης του κόσμου XII

 

Γυρίζεις από το ένα πουθενά στο άλλο.  Ένα ατελείωτο ηλιοβασίλεμα έχει παγώσει στην οθόνη του ορίζοντα. Η κόκκινη πόλη είναι ένα λαβύρινθος, κάθε στενό σε οδηγεί στην αρχή. Κανείς δεν ξέρει να σου πει αυτό που θέλεις, κανένας δεν μπορεί να σου προσφέρει τ’όνομα που ζητάς. Τελευταία ελπίδα, ο υπόκοσμος. Σε αυτό το κομμάτι της πόλης, όλα είναι διαφορετικά. Οδηγείς μέσα σ’έναν πίνακα του Ιερόνυμου Μπος. Είσαι μόνιμα σε εγρήγορση, μια αίσθηση αόριστης απειλής πολιορκεί τις αισθήσεις σου.

Παραισθησιογόνα ομίχλη, τα σχήματα και οι σιλουέτες πνίγονται μέσα της. Η πόλη έτοιμη να εκραγεί στις αντανακλάσεις. Πυρακτωμένες σκιές, πρόσωπα φαγωμένα από το σκοτάδι. Τι πραγματικά είναι αυτή η πόλη; Ένας βυθός λασπωμένος από αίμα, θολωμένος από τις αναθυμιάσεις της παράνοιας;  Ένα παράδοξο που τρώει την ουρά του;

Περνάς συνεχώς από το ίδιο σημείο, δεν μπορείς να βρεις το κλαμπ που ψάχνεις. Παρκάρεις. Ανοίγεις λίγο το παράθυρο. Έντονη μυρωδιά σκουριάς και σήψης. Κοιτάζεις τον ουρανό. Ένας βάλτος από σύννεφα έχει καταπιεί τ’αστέρια. Τα ερωτήματα πυροβολούν ασταμάτητα μέσα σου. Γιατί βρίσκεσαι εδώ; Τι ψάχνεις;  Θυμάσαι τα τελευταία λόγια του φίλου σου, πριν σου δώσει τα κλειδιά του αυτοκινητού του.

Το μπουλντόγκ έκατσε αναπαυτικά στην πολυθρόνα και άναψε το πούρο του. Σε κοίταξε και γέλασε ειρωνικά.

“Η κόκκινη πόλη είναι υπόνομος ονείρων, χωματερή προσδοκιών. Εδώ πεθαίνει το μέλλον. Κάτι περιμένει να γεννηθεί τόσα χρόνια, που έχει πεθάνει χίλιες φορές. Και όταν το αμνιακό υγρό σπάσει τα τοιχώματα, θα πλημμυρίσει θειικό οξύ κάθε στενό.  Εδώ, όλα είναι μια φάρσα που δε γελάει κανείς. Μια πασαρέλα από αυταπάτες. Πρόσεξε, γιατί το χειρότερο σενάριο, είναι να βρεις αυτό που ψάχνεις”

“Γιατί με βοηθάς;»

“Επειδή βαριέμαι. Είμαι τόσο καιρό εδώ, έχω ξεχάσει ποιος είμαι και τι θέλω. Παίζω χαρτιά κάθε βράδυ, περιμένοντας να πεθάνω. Ποιο το νόημα να ζεις σε αυτό το μέρος; Ελπίζω να τα καταφέρεις. Να θυμάσαι δύο πράγματα. Κανείς δεν έχει καταφέρει να φύγει από αυτήν την πόλη. Και πως τίποτα δεν είναι αληθινό, τα πάντα επιτρέπονται».

Σου πέταξε τα κλειδιά κι έσβησε αργά το πούρο στο τασάκι. Πριν κλείσει την πόρτα, σου έδωσε μια κάρτα. Πίσω από τα γράμματα αντιφέγγιζαν φλόγες. Ανάβεις τη μηχανή και συνεχίζεις. Πόσες ώρες οδηγείς; Ζαλίζεσαι, το πρόσωπο σου στον καθρέφτη ουρλιάζει χωρίς να λέει λέξη. Πέφτεις αιώνια στο κενό της ίδιας σου της αντανάκλασης, πνίγεσαι μέσα στον εαυτό σου. Πρέπει να σταματήσεις. Παραλίγο να τρακάρεις. Παρκάρεις άτσαλα, σβήνεις τη μηχανή. Όλα θαμπώνουν. Λιποθυμάς.

Ήχοι σπίρτων που ανάβουν. Ανοίγεις τα μάτια. Μια πινακίδα νεον αναβοσβήνει ρυθμικά. Φλεγόμενες λέξεις, σέρνουν τις σκιές του στον λασπώδη πυθμένα. Βγαίνεις από το αυτοκίνητο, παραπατάς. Είσαι ακόμα μουδιασμένος από το κενό του πόνου. Πλησιάζεις την πόρτα του κλαμπ. Κατεβαίνεις τις σκάλες. Το μέρος ζέχνει τσιγάρο, φασαρία και πλήξη. Κάθεσαι στο μπαρ. Ένας σερβιτόρος σε πλησίαζει, σου λέει πως σε περιμένει ο ιδιοκτήτης στο γραφείο του σε μισή ώρα.

Μασάς το ποτό σου. Κοιτάζεις  γύρω σου. Φιγούρες που το έχουν σκάσει από πινακα του Μπρίγκελ παίζουν χαρτιά με ανθρωπόμορφα ζώα. Φάλτσα γέλια, βρισιές. Το κεφάλι σου ραγίζει από τη ζάλη. Παίρνεις το ποτό και κάθεσαι στο τελευταίο τραπέζι στη γωνία. Ανάβεις τσιγάρο και κοιτάζεις την ώρα. Τα μάτια σου κλείνουν.

You wake up. How long you were asleep? You look around puzzled. Everything is the same. Or not? Too much noise from the table in front of you. The pitbull in the grey suit is laughing hysterically.

“What, you're waiting for the pacemaker to start? Shuffle the cards already!”

“Go easy on the booze, big fellow”

“I’m an articulate drunk, I know what I’m doing. Are we gonna play or not?”

“You tryin' to snap my rhythm?”

The waiter asks you to follow him. The owner is waiting in his office. He looks like an extra from a Prohibition era film. He lights his cigar, leans back and smiles.

“You have so many questions right now. Why are you here? What’s happening? Why are you thinking and talking in another language? First of all, thank God that the author of this abomination doesn’t speak other tongues. I can’t stand the thought of having this conversation in French.”

You try to keep up, to comprehend. His smoke rings are perfect, one after the other.

“Do we choose our illusions or they choose us? But that is irrelevant. I know who you are and what you want. The thing is, do you really know? Sometimes, the thing you want the most is the source of self-destruction”

“Spare me the prose, I want a name.”

“Sure you are. There’s a price.”

“What is it?

“You can’t go back.”

“I can live with that.”

“Can you? Do you remember who you were, before you got here?”

“No.”

“Maybe you were happy.”

“If I was, I wouldn’t be here. “

“And what makes you so sure, that she will make you happy? Her heart  is colder than a winter moon.”

“Cut to the chase.”

He picks a deck of cards, starts to shuffle.

“Humans are amphibians... Half spirit and half animal... As spirits they belong to the eternal world, but as animals they inhabit time. This means that while their spirit can be directed to an eternal object, their bodies, passions, and imaginations are in continual change, for to be in time, means to change. Their nearest approach to constancy, therefore, is undulation.”

“What does it mean?”

“First of all, that you are uneducated. C.S. Lewis’  The Screwtape Letters is a masterpiece that everyone should read. “

“I’ll recommend it to my book club.”

“Secondly, you need to reshape your perspective, if you want to survive this place.”

“I want a name”.

He sighs and puts down the cards.

“Go downtown. Find the Notary.”

“And?”

“Bring me his head and I’ll give you what you want.”

“His head?”

“Yes.”

You are tired, beat- up. You nod and get up.

 His grin is nightmarish, swallowing space and time.

“One last thing. The Future is, of all things, the thing least like eternity. It is the most temporal part of time--for the Past is frozen and no longer flows, and the Present is all lit up with eternal rays.”

“Let me guess, C.S. Lewis?”

“You’re catching up. Good luck.”

You can’t drive back. Find a cheap hotel and rent a room. Fill up the bath tub with warm water and sleep forever. Is this place some kind of Purgatory? Some psychotic comedian’s version? His revenge on all the people who didn’t appreciate his humor? Questions run too deep. You are exhausted, shutting down. You want to surrender, but that song is always humming in the alleys of your mind.

 

Ah, my friends from the prison, they ask unto me

“How good, how good does it feel to be free?”

And I answer them most mysteriously

“Are birds free from the chains of the skyway?”

 

Ο δρόμος της επιστροφής ήταν ατελείωτος. Το μυαλό σου χρειάζεται format. Δεν ήπιες ούτε το μισό μπουκάλι. Δεν αντέχεις πια. Το αλκοόλ, την αυτολύπηση. Δεν μπορείς να κλάψεις. Οι λέξεις έχουν χάσει όλο τους το οξυγόνο, τα ψίχουλα της μνήμης δε φτάνουν να χορτάσουν το αδηφάγο παρόν.  Η καρδιά έχει στεγνώσει, όμως ονειρεύεται. Δύο μέρες μετά ήσουν έτοιμος. Βρήκες εύκολα το Συμβολαιογράφο. Το γραφείο του ήταν σαν βομβαρδισμένη βιβλιοθήκη.  Ήταν τεράστιος. Ένας θαλάσσιος ελέφαντας μέσα σε μωβ κοστούμι. Έπαιζε νευρικά με το χρυσό ρολόι που κρεμόταν από το γιλέκο του.

“Ξέρω ποιος είσαι και γιατί ήρθες”

“Υπάρχει κάποιος σε αυτή την πόλη που να μην το ξέρει;”.

Μια μουτζούρα χαμόγελου σχηματίστηκε στα χείλη του. Έβαλε το ρολόι στην τσέπη και φόρεσε τα γυαλιά του.

“Λοιπόν; Θα με αποκεφαλίσεις τώρα ή αργότερα;”

“Δεν έχω σκοπό ν’αποκεφαλίσω κανέναν. Δεν μπορεί να μην υπάρχει ένας απλούστερος τρόπος να βρω ένα όνομα”.

Έτριψε τα χέρια του και καθάρισε το λαιμό του.

“Θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω την κατάσταση, όσο πιο συνοπτικά μπορώ. Αυτός που σε έστειλε εδώ κι εγώ, είμαστε οι μόνοι που πουλάμε ονόματα. Είμαστε καρτέλ. Εδώ και κάποιο καιρό, υπήρχε μεταξύ μας μια ανακωχή. Όμως ο ανταγωνισμός δεν σταματάει ποτέ. Είσαι άλλο ένα πιόνι, ανάμεσα σε δύο ολιγοπώλια”

“Μπορείς να μου δώσεις ένα όνομα;”

“Δεν είναι τόσο απλό”

“Αρχίζω και σκέφτομαι σοβαρά την πιθανότητα να σε αποκεφαλίσω, αν δε μου δώσεις μια απλή απάντηση”

“Φέρε μου το κεφάλι του και θα σου δώσω ένα όνομα”.

Έφυγες χωρίς να κοιτάξεις πίσω. Κατέληξες στο σπίτι του μπουλντόγκ. Σε περίμενε. Του περιέγραψες την κατάσταση. Δεν είχε διάθεση.

Έφερε ένα μπουκάλι ουίσκι και δύο ποτήρια. Μέχρι τα μεσάνυχτα, είχατε πιει το μισό. Έσβησε το πούρο του βαριεστημένα και βούλιαξε στον καναπέ.

“Μπορείς επιτέλους, να μου εξηγήσεις τι στο γαμημενό διαόλο, γίνεται σε αυτή την πόλη;”.

Το μπουλντόγκ κάγχασε.

“Είναι ένα εργοστάστιο συναισθημάτων που δεν λειτουργεί τίποτα σωστά. Οτιδήποτε παράγει είναι ελαττωματικό”

“Και τι ακριβώς πρέπει να κάνω;”.

Το μπουλντόγκ άδειασε το μπουκάλι στα ποτήρια σας. Ηπίε το δικό του με μια γουλιά. Μισοέκλεισε τα μάτια έγειρε πίσω. Το πούρο κρεμόταν απ’τα χείλη του.

“Δεν έχεις καταλάβει τίποτα, έτσι;”

“Τι εννοείς;”

“Όλα σε αυτή την πόλη είναι παραλλαγές του ίδιου θέματος, της αποτυχίας σου. Όλοι οι κάτοικοι είσαι εσύ. Άπειρες εκδοχές σου”

“Πως γίνεται αυτό;”

“Απελπίστηκες τόσο πολύ, που το μυαλό σου ράγισε. Η φαντασία σου είναι η μεγαλύτερή αρετή και το χειρότερο ελάττωμα σου. Το μυαλό σου δημιούργησε αυτή την ψευδαίσηση, για σε κρατήσει ζωντανο”

“Μη μου πως βρίσκομαι σε μια από αυτές τις ηλίθιες ταινίες, που ο πρωταγωνιστής είναι σε κώμα, και όλα αυτά τα βλέπει στον ύπνο του;”

“Και όταν ξυπνήσει, θα βρει την αγαπημένη του, να κοιμάται στο προσκεφάλι του; Θα’θελες…  Είναι πολύ πιο περίπλοκο απ’όσο νομίζεις”.

Είναι σειρά σου να αδειάσεις το ποτήρι. Το αλκοόλ δεν ξεδιψάει τίποτα απόψε.

“Πως ξέρω πως μου λες την αλήθεια;”

“Δεν το ξέρεις. Όλοι λένε ψέματα εδώ. Απλά, τα ψέματα στη μια εκδοχή, μπορεί να είναι αλήθεια στην άλλη”

“Γιατί με βοηθάς;”

“Ποιος σου είπε πως σε βοηθάω;”.

Χαμογέλασε και τίναξε την στάχτη από το πούρο.

“Τόσο καιρό, προσπαθείς να μάθεις τους κανόνες του παιχνιδιού.  Αυτό ήταν το πρώτο σου λάθος. Δεν υπάρχουν κανόνες.  Κι όσο τους ψάχνεις, μεγαλώνεις το λαβύρινθο.  Είσαι μια μπίλια σ’ένα φλίπερ παράνοιας. Δεν μπορείς ούτε καν να χάσεις”

“Είμαι στην κόλαση;”

“Η πιο πειστική εκδοχή της κόλασης είναι μια ατέλειωτη γραφειοκρατία, κάτι ανάμεσα σε αυταρχικό κράτος και πολυεθνική”

“Δεν ξέρω τι πρέπει να σε ρωτήσω…”

“Το χαός είναι το όνομα μιας τάξης που δε γνωρίζεις. Τα όνειρα εδώ είναι πλαστό χρήμα. Αλλά και το πλαστό χρήμα μπορεί να αγοράσει το οτιδήποτε”

Τον κοιτάζεις απορημένος.  Σηκώνεσαι, ψάχνεις ανάμεσα στα μπουκάλια για κάποιο γεμάτο.

“Μην κουράζεσαι, δεν υπάρχει τίποτα. Κάτσε”.

Κάθεσαι απέναντι του. Παίρνει το πακέτο σου και ανάβει ένα τσιγάρο.

“Αυτή που ψάχνεις δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ. Κοιμήσου εδώ απόψε, και σκέψου όσα σου είπα. Έξυπνος είσαι, θα ενώσεις τα κομμάτια”.

Άφησε το τσιγάρο μισό στο τασάκι και σηκώθηκε.

“Τουλάχιστον πες μου αυτό, ποια εκδοχή του εαυτού μου είσαι;”

“Καμιά”

“Γιατί με βοηθάς;”

“Δε σε βοηθάω”.

Το μπουλντόγκ κοντοστάθηκε στην πόρτα. Χασκογελούσε και ήθελε να το κρύψει.

“Τι να πιστέψω απ’όσα μου είπες;”

“Τα πάντα και τίποτα. Καληνύχτα”

 Έσβησε το φως κι έκλεισε την πόρτα. Ξάπλωσες στον καναπέ. Δεν μπορείς να κοιμηθείς.

Οι φράσεις του στριφογυρίζουν στο μυαλό σου σαν περιπολικά. Αποκοιμήθηκες αφού ξημέρωσε. Σηκώθηκες ακόμη πιο κουρασμένος. Το μπουλντόγκ έλειπε. Το αυτοκίνητο του ήταν παρκαρισμένο έξω από το σπίτι. Ήπιες έναν βιαστικό καφέ κι έφυγες. Μπήκες στο γραφείο του Συμβολαιογράφου. Ξαφνιάστηκε μόλις σε είδε. Κοιτάζεις γύρω σου το δωμάτιο.

Βγαίνεις από το κτίριο με μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών. Φτάνεις στο κλαμπ, είναι άδειο τέτοια ώρα. Ο ιδιοκτήτης είναι στο γραφείο του, μετράει τις εισπράξεις. Αφήνεις με δύναμη του σακούλα μπροστά του. Σε κοιτάζει καχύποπτα. Αφήνει τα χρήματα στο συρτάρι κι ανοίγει προσεκτικά τη σακούλα.

“Είναι κάποιου είδους αστείο;”.

Κοιτάζει την προτομή του Συμβολαιογράφου με αηδία. Χαμογελάς σαν μεθυσμένος.

“Το κεφάλι μου ζήτησες. Δεν φταίω εγώ αν δεν διευκρίνισες”

“Πάρε αυτό το πράγμα από μπροστά μου!”.

Κατεβάζεις την προτομή στο πάτωμα και κάθεσαι απέναντι του. Ο ιδιοκτήτης ανοίγει αργά ένα συρτάρι.

“Ήρεμα”.

Ο ιδιοκτήτης μειδιάζει και βγάζει από το συρτάρι μια χρυσή ταμπακιέρα. Ανάβει τσιγάρο και σε κοιτάζει.

Την έκλεψες την προτομή;

“Όχι, μου την έδωσε. Του φάνηκε αστείο

Χαριτωμένο ήταν

“Χαίρομαι που διασκεδάσαμε όλοι. Μπορώ τώρα να έχω αυτό που θέλω;”

“Αφού επιμένεις. Που είναι η δεσποινίς;”

“Τι εννοείς;”

“Πρέπει να είναι παρούσα στη διαδικασία”

“Δε γίνεται διαφορετικά;”

“Δυστυχώς όχι”

“Και τι γίνεται τώρα;”

“Βρες την και ξαναέλα. Δεν έχεις πολύ χρόνο”

“Δηλαδή;”

“Λιγότερο από τρεις μέρες. Καλή τύχη”.

Βγήκες θυμωμένος από το κλαμπ. Οδηγούσες για ώρες, μέχρι που βρέθηκες στη θάλασσα. Ξαπλώνεις  στην άμμο και κλείνεις τα μάτια. Είχε δίκιο το μπουλντόγκ. Όσο προσπαθείς, ο λαβύρινθος μεγαλώνει. Πόσες ζωές θα χρειαστούν για να φύγεις από αυτή την πόλη; Τις σκέψεις σου σκορπίζει η άμμος που πέφτει στο λαιμό σου. Ανοίγεις τα μάτια. Είναι εκείνη. Φοράει ένα λευκό φόρεμα. Σου ρίχνει με το πόδι της ξανά άμμο. Χαμογελάει.

“Άργησες”.