Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Ημερολόγιο ρεπεράζ V

 

Παρατηρώ το πλήθος γύρω μου. Μοιάζουμε όλοι δραπέτες, μια παράξενη φυλή με μόνο κοινό την απόδραση. Κουρασμένες φάτσες σέρνουν στις ρυτίδες και τον ιδρώτα τους άλλη μια χρονιά μιζέριας.

Θα ξοδέψουμε χρήματα που δεν περισσεύουν για να νοικιάσουμε κατάλυμα που δεν το αξίζει, για να ξορκίσουμε, μέσα σε μερικές νύχτες, τη ματαίωση και τη μετριότητα ενός ακόμη έτους.

Βολεύονται στο πλοίο κι εγώ αγναντεύω τα νερά. Γιατί διάλεξα να πάω στη Σκιάθο; Σίγουρα όχι για τον Παπαδιαμάντη. Χάζευα φωτογραφίες και, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, κάποιες από την παραλία της τράβηξαν τα σωστά νήματα στα ένστικτά μου. Γιατί συγκεκριμένα αυτό το μέρος; Γιατί αυτή η παραλία;

Η Λαλάρια είναι γνωστή για τον βράχο της, ένα άνοιγμα σαν πύλη. Η εικόνα με σαγήνευσε. Μια μεθυστική υπόσχεση ρίζωσε στους νευρώνες μου. Πως πρέπει να πάω εκεί, να βουτήξω και, όταν θα περάσω μέσα από την πέτρινη πύλη, κάτι θ’ αλλάξει.

Τι; Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα τι με περιμένει στην άλλη πλευρά. Πιθανότατα τίποτα. Όμως η ιδέα άνθισε σαν εμμονή. Το νησί έχει κι άλλα θέλγητρα, αλλά η Λαλάρια βρίσκεται στην κορυφή της λίστας. Να πάω την πρώτη μέρα ή την τελευταία; Αυτοσχεδιάζω.

Η πόλη είναι όμορφη. Διατηρεί μια αρχοντική γοητεία, παρά τα botox της τουριστικοποίησης. Πρώτο μπάνιο στις Κουκουναριές. Βυθίζω τα δάχτυλα των ποδιών στη λευκή άμμο, το κύμα χαϊδεύει το δέρμα. Κλείνω τα μάτια, βαθιά εισπνοή. Για μερικά δευτερόλεπτα είμαι κάποιος άλλος. Μπαίνω στο νερό, βουτάω, επιπλέω. Γίνεται το μυαλό μου να μείνει σε αυτές τις στιγμές για κάποιους μήνες; Να στραγγίξει από αριθμούς, υποχρεώσεις, πρέπει, θα και μη;

Επιστρέφω στο δωμάτιο γλυκά κουρασμένος. Λίγο αλκοόλ και το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Αποκοιμήθηκα σαν χορτάτος γάτος. Η νυχτερινή διασκέδαση δεν με απασχολεί. Απλώς απολαμβάνω τις πινελιές στον καμβά: τα φώτα, την ηχώ της μουσικής, το άρωμα των σωμάτων που διασχίζουν τα σοκάκια.

Κατεβαίνω στη θάλασσα. Τ’ αστέρια, κομμάτια σπασμένου καθρέφτη, ταξιδεύουν στην υδάτινη επιδερμίδα. Η ημισέληνος, μια μαργαριταρένια παρένθεση, θα κρατήσει μακριά κάθε περιττή έγνοια, έστω για κάποιες νύχτες.

Γιατί αυτή η αίσθηση έχει πάντα ημερομηνία λήξης; Ναι, ξέρω. Η πόλη δεν είναι το ίδιο. Συν τα δεκάδες πλοκάμια της ρουτίνας. Μέσα στη χοάνη του χρόνου τραβάς κουπί. Οι αυταπάτες μας πιπιλίζουν το μυαλό. Χτίζουμε εικόνες τελειότητας· η μία πιο ψεύτικη από την άλλη, κι όμως συνεχίζουμε να τις βαφτίζουμε καθρέφτες.

Εικονομάχοι και εικονοκλάστες στους ψηφιακούς ναούς του ναρκισσισμού· σφαζόμαστε με πανοπλίες τις οθόνες και ξίφη τα πληκτρολόγια. Φεύγουμε λίγες μέρες διακοπές, ώστε να επιστρέφουμε με όρεξη στη μάχη.

Αρκετά με την αμπελοψυχολογία. Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Αν κερδίσω ποτέ το Τζόκερ (σε ηλικία που θα είμαι ακόμη λειτουργικός), θ’ αγοράσω ένα σπίτι εδώ. Θα γράφω βιβλία που δεν θα διαβάσει κανείς, σενάρια που δεν θα γυριστούν ποτέ και θα τραβήξω χιλιάδες φωτογραφίες.

Τι με σταματάει να κάνω όλα αυτά, εκτός από την αγορά οικίας; Ένα ανέλπιστο χρηματικό ποσό εξαγοράζει όλα τα χρόνια άγονης εργασίας και σου προσφέρει την επιλογή να τα χαραμίσεις χωρίς ενοχές. Το τραγούδι από το κινητό με νανουρίζει τρυφερά.


Κι είναι ξανά τα μάτια σου ναυαγισμένες θάλασσες

κι η κόμη σου αναχώρηση πρωινή μέσα στους καπνούς

κι ειν' οι πτυχές στο φόρεμα σου κάγκελα,

που σφίγγεις νευρικά στα δάχτυλα σου...

Βύρων Λεοντάρης


Τις επόμενες μέρες επισκέφτηκα κάποια από τα αξιοθέατα του νησιού. Τράβηξα φωτογραφίες, κράτησα σημειώσεις. Καθόμουν στο μπαλκόνι όταν άκουσα τον πρώτο κεραυνό. Τα σύννεφα σαν φύκια, ο ουρανός πυρακτωμένο συρματόπλεγμα.

Λίγο πριν νυχτώσει, η ασημένια βροχή δαχτυλογραφούσε ρυθμικά τους ακατάληπτους στίχους της στο δέρμα του πελάγους. Έκλεισα τα μάτια. Βαθιά εισπνοή, μέχρι η ανάσα της βροχής να γίνει τατουάζ στα κύτταρά μου.

Μετά από καιρό άνοιξα το μωβ τετράδιο. Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έχω να γράψω αναλογικά. Η γραφή με παίρνει από το χέρι και καθαρίζει το μισό μου είναι από τις ακαθαρσίες και τα περιττώματα της ρουτίνας.

Τι σημειώνω πάνω στις λευκές σελίδες; Θα μπορούσα να το πω αυτόματη γραφή και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα, αλλά δεν είναι. Σκόρπιες σκέψεις, αντιφεγγίσματα απωθημένων, ονείρων και πόθων. Δύο σελίδες. Όχι κι άσχημα.

Έμεινα ξάγρυπνος μέχρι το πρωί. Έφτιαξα καφέ και βγήκα έξω. Το ξημέρωμα, κόκκινος γρανίτης στη σάρκα του σκότους.

Σήμερα θα πάω.

Το καραβάκι πλησιάζει. Νιώθω μια παράξενη αγωνία, σαν πρώτου ραντεβού. Κι αν το μέρος δεν είναι τόσο όμορφο όσο φαίνεται; Κι αν ξόδεψα τόσα χρήματα και χρόνο επειδή με ξελόγιασε μια φωτογραφία;

Κατεβαίνω μουδιασμένος. Ευτυχώς δεν έχει πολύ κόσμο. Αφήνω τα πράγματά μου και βουτάω. Βγαίνω και γυρίζω το βλέμμα στον βράχο.

Με περιμένει.

Όχι τώρα. Θα τραβήξω μερικές φωτογραφίες πρώτα.

Δύο τσιγάρα μετά, πλησιάζω διστακτικά. Στέκομαι λίγα βήματα μακριά. Μακάρι να μπορούσα να περάσω αυτή την πύλη και να βρεθώ σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη ζωή, όπου θα είμαι ευτυχισμένος ή, τουλάχιστον, πιο αναπαυτικά δυστυχισμένος.

Το άνοιγμα μοιάζει μικρότερο απ' ό,τι στις φωτογραφίες. Αγγίζω την πέτρα. Χλιαρή από τον ήλιο. Τόσος δρόμος, τόση προσμονή για μια τρύπα σ' έναν βράχο. Κι όμως διστάζω. Kλείνω τα μάτια και περνάω. Νιώθω λίγο πιο ανάλαφρος, λες και άφησα κάτι πίσω μου. Ίσως αυτή η άτυπη προσωπική τελετουργία να είχε κάποιο νόημα.

Στην επιστροφή κοιτούσα την παραλία μέχρι που χάθηκε. Την αποχαιρέτησα σαν παλιό φίλο.

Θα τα ξαναπούμε.

Δια ζώσης, σε κάποιο όνειρο, στο χαρτί.

Τελευταία νύχτα. Ήπια λίγο παραπάνω. Ξάπλωσα ζαλισμένος.

Θα επιστρέψω σε αυτό το νησί.

Την επόμενη μέρα νύσταζα σε όλη τη διαδρομή. Έφτασα στο σπίτι, έκανα ένα μπάνιο και βούλιαξα στο κρεβάτι.

Η εβδομάδα που ακολούθησε ήταν υπό την επήρεια της Σκιάθου. Το ξόρκι της κρατούσε ακόμη. Άμβλυνε το κεντρί της καθημερινότητας.

Στην οθόνη του laptop, οι φωτογραφίες της πύλης. Μία από αυτές έχει κρατήσει κάτι από το άρωμα εκείνης της ημέρας. Τη μετατρέπω σε ασπρόμαυρη.

Θα την τυπώσω.

Θα είναι το φυλακτό μου για τον επόμενο χειμώνα.

Αλεξίλυπο.



Διηγήματα εμπνευσμένα από ταινίες



Κι η πόλη, πεισματικά κρατιέται από τις φλούδες της επιθυμίας της. 
Αμπού Μαριάμ


Έχω ξανάρθει εδώ. Σε κάποιο όνειρο, σε μια προηγούμενη ζωή. Παράξενη πόλη. Φοράει δυτικά ρούχα, αλλά κάθε της κίνηση κι ανάσα στάζει τον πυρετό της Ανατολής.
Οι κάτοικοι μοιάζουν κομπάρσοι που περιμένουν κάποιον να τους δώσει οδηγίες. Μέχρι τότε περπατούν νωχελικά, ανασαίνουν βαριά κάτω από τα προσωπεία τους. Κάθε χιλιοστό της ρυμοτομίας είναι ένα παλίμψηστο από μάσκες. Σαν τίποτα να μην είναι αυτό που δείχνει.

Κάθομαι σε ένα μικρό καφέ. Σερπαντίνες αρωμάτων παρασέρνουν την προσοχή μου: φρεσκοκαβουρδισμένος καφές, βανίλια, νικοτίνη. Και τελευταίο, ένα γυναικείο άρωμα· ο μίτος του λαβύρινθου για να χαθείς χωρίς επιστροφή.

Βρίσκεται σε κάθε στενό, μα λίγο πριν την πλησιάσω είναι πάντα μια άλλη. Κατοικεί στην άκρη του ματιού μου, μπαινοβγαίνει από τη μία αίσθηση στην άλλη. Φευγαλέα. Αίσθηση μεταξένιας φωτιάς μέσα στην αφή μου. Ηχώ ταξιδιού που κυλά στον λαιμό μου.
Τριγυρίζω στους δρόμους δαιμονισμένος.

Καταλήγω σε μια τρύπα. Φτηνό αλκοόλ. Το μέρος βρομάει ιδρώτα και φιμωμένες επιθυμίες.
Τα φώτα σβήνουν.
Η χορεύτρια αφήνει το πρώτο πέπλο.
Όλα είναι συντονισμένα με τον χορό της. Ο πλανήτης σταματά να περιστρέφεται όταν εκείνη σταματά να χορεύει. Η μουσική τρυπώνει κάτω από το δέρμα, τροπική ασθένεια. Σπέρνει πυρετικές πιθανότητες, ψίχουλα έκστασης.

Η μουσική τελειώνει. Τα φώτα ανάβουν.
Είναι εκείνη.
Βγαίνω από το μαγαζί και την περιμένω. Ξέρει πως την ακολουθώ. Με κοιτάζει και μειδιά.
Την πλησιάζω.

«Όχι τώρα. Όχι εδώ.»

«Αύριο. Στο λιμάνι. Στο παλιό χαμάμ.»

Δεν κοιμήθηκα μέχρι να βρεθούμε. Οι σκέψεις μου κολυμπούσαν σε σκοτεινά νερά.
Τι γυρεύω εδώ;

Δεν μου λείπει το σπίτι μου. Όλα εκεί μίκρυναν. Μόνο τα βλέμματα μεγάλωσαν.
Φυλακισμένοι σ’ ένα ενυδρείο-υπόνομο. Βράζουμε στα ίδια σκατά. Η μηχανή του κιμά αλέθει τα πάντα, ακόμη και τον χρόνο, ξανά και ξανά, πιο πέρα από τα σύνορα του πόνου.
Κορμιά που στριμώχνονται σε τρένα, λεωφορεία, δικαιολογίες και φτηνιάρικες ζωές.
Σώματα σταφύλια που μόνο αν τα πατήσεις θα λυτρωθούν, θα βγάλουν λίγο κρασί.
Μάτια, ραγισμένες οθόνες. Σκουριάζουν από τις τύψεις. Φλέβες και αρτηρίες που στόμωσαν από στάχτες.

Ο παλμός του παρελθόντος αντηχεί στο μέλλον τόσο έντονα, που δεν ξεχωρίζουν πια.
Πιασμένος στην ποντικοπαγίδα του λιμνάζοντος παρόντος.
Ρωγμές σε σχήμα αστεριού στο ταβάνι και στους τοίχους. Περιγράμματα-φυτίλια που ανάβουν από τους σπινθήρες του γέλιου της. Ο χρόνος αποσυναρμολογείται. Η ανάμνηση των ματιών της έκανε τα πάντα διάφανα.

Ξεκίνησα νωρίς για το ραντεβού μας.
Ακαθόριστο βουητό στις ρυτίδες της πόλης. Τσαλακωμένα χαρτιά τα πρόσωπα. Ναρκισσιστικές προσδοκίες, εύθραυστη αισιοδοξία, υστερικές οπτασίες.

Είναι ήδη εκεί. Χαμογελά. Ένα αίνιγμα γεμάτο θαυμαστικά. Την ακολουθώ στο παλιό χαμάμ. Περπατά πίσω από τις κολώνες. Κάθε φορά είναι διαφορετική, μα πάντα η ίδια.
Περνά πίσω από την πέμπτη κολώνα και φορά τα πέπλα του χορού. Πίσω από την έβδομη, ένα χρυσό φόρεμα. Καταλήγουμε σε μια μεγάλη αίθουσα. Κορδέλες φωτός στο κέντρο. Χορεύει ανάμεσά τους.

Την πλησιάζω.

«Ποια είσαι;»

«Περπατάς μέσα μου από χθες κι ακόμα ρωτάς;»

«Τι κάνω εδώ;»

«Ίσως ονειρεύεσαι. Ίσως πέθανες.»

«Πότε;»

«Χθες. Πριν από δέκα χρόνια. Ίσως δεν γεννήθηκες ποτέ. Μπορεί να είσαι σε κώμα.»

Με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί στη γωνία. Το φιλί της είναι υγρό, βαθύ.
Διέσχισα κάθε έρημο μέχρι να πνιγώ σ’ ένα κύμα από μέλι, αίμα και κρασί.

«Πώς σε λένε;»

«Έχει σημασία;»

«Είμαι στην Κόλαση, στον Παράδεισο ή στο Καθαρτήριο;»

«Μπορεί και στα τρία.»

Με φιλά ξανά και μου ψιθυρίζει.
Το άρωμά της αφοπλίζει κάθε δισταγμό.

«Το μυστικό είναι πως δεν υπάρχουν μυστικά. Τίποτα δεν είναι αληθινό. Τα πάντα επιτρέπονται».

Τα βλέφαρα μου κλείνουν, η σιλουέτα της λιώνει στο ημίφως. Το φιλί της ήταν τόσο γλυκό, που δεν ένιωσα το μαχαίρι στα πλευρά μου.  Τι εννοούσε;

Έχω ξανάρθει εδώ. Σε κάποιο όνειρο, σε μια προηγούμενη ζωή. Παράξενη πόλη, φοράει δυτικά ρούχα, αλλά κάθε της κίνηση κι ανάσα στάζει τον πυρετό της Ανατολής. Οι κάτοικοι μοιάζουν κομπάρσοι, που περιμένουν κάποιον να τους δώσει οδηγίες.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου