Παρατηρώ το πλήθος γύρω μου. Μοιάζουμε όλοι δραπέτες, μια παράξενη φυλή με μόνο κοινό την απόδραση. Κουρασμένες φάτσες σέρνουν στις ρυτίδες και τον ιδρώτα τους άλλη μια χρονιά μιζέριας.
Θα ξοδέψουμε χρήματα που δεν περισσεύουν για να νοικιάσουμε κατάλυμα που δεν το αξίζει, για να ξορκίσουμε, μέσα σε μερικές νύχτες, τη ματαίωση και τη μετριότητα ενός ακόμη έτους.
Βολεύονται στο πλοίο κι εγώ αγναντεύω τα νερά. Γιατί διάλεξα να πάω στη Σκιάθο; Σίγουρα όχι για τον Παπαδιαμάντη. Χάζευα φωτογραφίες και, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, κάποιες από την παραλία της τράβηξαν τα σωστά νήματα στα ένστικτά μου. Γιατί συγκεκριμένα αυτό το μέρος; Γιατί αυτή η παραλία;
Η Λαλάρια είναι γνωστή για τον βράχο της, ένα άνοιγμα σαν πύλη. Η εικόνα με σαγήνευσε. Μια μεθυστική υπόσχεση ρίζωσε στους νευρώνες μου. Πως πρέπει να πάω εκεί, να βουτήξω και, όταν θα περάσω μέσα από την πέτρινη πύλη, κάτι θ’ αλλάξει.
Τι; Δεν ξέρω. Δεν έχω ιδέα τι με περιμένει στην άλλη πλευρά. Πιθανότατα τίποτα. Όμως η ιδέα άνθισε σαν εμμονή. Το νησί έχει κι άλλα θέλγητρα, αλλά η Λαλάρια βρίσκεται στην κορυφή της λίστας. Να πάω την πρώτη μέρα ή την τελευταία; Αυτοσχεδιάζω.
Η πόλη είναι όμορφη. Διατηρεί μια αρχοντική γοητεία, παρά τα botox της τουριστικοποίησης. Πρώτο μπάνιο στις Κουκουναριές. Βυθίζω τα δάχτυλα των ποδιών στη λευκή άμμο, το κύμα χαϊδεύει το δέρμα. Κλείνω τα μάτια, βαθιά εισπνοή. Για μερικά δευτερόλεπτα είμαι κάποιος άλλος. Μπαίνω στο νερό, βουτάω, επιπλέω. Γίνεται το μυαλό μου να μείνει σε αυτές τις στιγμές για κάποιους μήνες; Να στραγγίξει από αριθμούς, υποχρεώσεις, πρέπει, θα και μη;
Επιστρέφω στο δωμάτιο γλυκά κουρασμένος. Λίγο αλκοόλ και το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Αποκοιμήθηκα σαν χορτάτος γάτος. Η νυχτερινή διασκέδαση δεν με απασχολεί. Απλώς απολαμβάνω τις πινελιές στον καμβά: τα φώτα, την ηχώ της μουσικής, το άρωμα των σωμάτων που διασχίζουν τα σοκάκια.
Κατεβαίνω στη θάλασσα. Τ’ αστέρια, κομμάτια σπασμένου καθρέφτη, ταξιδεύουν στην υδάτινη επιδερμίδα. Η ημισέληνος, μια μαργαριταρένια παρένθεση, θα κρατήσει μακριά κάθε περιττή έγνοια, έστω για κάποιες νύχτες.
Γιατί αυτή η αίσθηση έχει πάντα ημερομηνία λήξης; Ναι, ξέρω. Η πόλη δεν είναι το ίδιο. Συν τα δεκάδες πλοκάμια της ρουτίνας. Μέσα στη χοάνη του χρόνου τραβάς κουπί. Οι αυταπάτες μας πιπιλίζουν το μυαλό. Χτίζουμε εικόνες τελειότητας· η μία πιο ψεύτικη από την άλλη, κι όμως συνεχίζουμε να τις βαφτίζουμε καθρέφτες.
Εικονομάχοι και εικονοκλάστες στους ψηφιακούς ναούς του ναρκισσισμού· σφαζόμαστε με πανοπλίες τις οθόνες και ξίφη τα πληκτρολόγια. Φεύγουμε λίγες μέρες διακοπές, ώστε να επιστρέφουμε με όρεξη στη μάχη.
Αρκετά με την αμπελοψυχολογία. Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Αν κερδίσω ποτέ το Τζόκερ (σε ηλικία που θα είμαι ακόμη λειτουργικός), θ’ αγοράσω ένα σπίτι εδώ. Θα γράφω βιβλία που δεν θα διαβάσει κανείς, σενάρια που δεν θα γυριστούν ποτέ και θα τραβήξω χιλιάδες φωτογραφίες.
Τι με σταματάει να κάνω όλα αυτά, εκτός από την αγορά οικίας; Ένα ανέλπιστο χρηματικό ποσό εξαγοράζει όλα τα χρόνια άγονης εργασίας και σου προσφέρει την επιλογή να τα χαραμίσεις χωρίς ενοχές. Το τραγούδι από το κινητό με νανουρίζει τρυφερά.
Κι είναι ξανά τα μάτια σου ναυαγισμένες θάλασσες
κι η κόμη σου αναχώρηση πρωινή μέσα στους καπνούς
κι ειν' οι πτυχές στο φόρεμα σου κάγκελα,
που σφίγγεις νευρικά στα δάχτυλα σου...
Βύρων Λεοντάρης
Τις επόμενες μέρες επισκέφτηκα κάποια από τα αξιοθέατα του νησιού. Τράβηξα φωτογραφίες, κράτησα σημειώσεις. Καθόμουν στο μπαλκόνι όταν άκουσα τον πρώτο κεραυνό. Τα σύννεφα σαν φύκια, ο ουρανός πυρακτωμένο συρματόπλεγμα.
Λίγο πριν νυχτώσει, η ασημένια βροχή δαχτυλογραφούσε ρυθμικά τους ακατάληπτους στίχους της στο δέρμα του πελάγους. Έκλεισα τα μάτια. Βαθιά εισπνοή, μέχρι η ανάσα της βροχής να γίνει τατουάζ στα κύτταρά μου.
Μετά από καιρό άνοιξα το μωβ τετράδιο. Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έχω να γράψω αναλογικά. Η γραφή με παίρνει από το χέρι και καθαρίζει το μισό μου είναι από τις ακαθαρσίες και τα περιττώματα της ρουτίνας.
Τι σημειώνω πάνω στις λευκές σελίδες; Θα μπορούσα να το πω αυτόματη γραφή και άλλα τέτοια κουλτουριάρικα, αλλά δεν είναι. Σκόρπιες σκέψεις, αντιφεγγίσματα απωθημένων, ονείρων και πόθων. Δύο σελίδες. Όχι κι άσχημα.
Έμεινα ξάγρυπνος μέχρι το πρωί. Έφτιαξα καφέ και βγήκα έξω. Το ξημέρωμα, κόκκινος γρανίτης στη σάρκα του σκότους.
Σήμερα θα πάω.
Το καραβάκι πλησιάζει. Νιώθω μια παράξενη αγωνία, σαν πρώτου ραντεβού. Κι αν το μέρος δεν είναι τόσο όμορφο όσο φαίνεται; Κι αν ξόδεψα τόσα χρήματα και χρόνο επειδή με ξελόγιασε μια φωτογραφία;
Κατεβαίνω μουδιασμένος. Ευτυχώς δεν έχει πολύ κόσμο. Αφήνω τα πράγματά μου και βουτάω. Βγαίνω και γυρίζω το βλέμμα στον βράχο.
Με περιμένει.
Όχι τώρα. Θα τραβήξω μερικές φωτογραφίες πρώτα.
Δύο τσιγάρα μετά, πλησιάζω διστακτικά. Στέκομαι λίγα βήματα μακριά. Μακάρι να μπορούσα να περάσω αυτή την πύλη και να βρεθώ σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη ζωή, όπου θα είμαι ευτυχισμένος ή, τουλάχιστον, πιο αναπαυτικά δυστυχισμένος.
Το άνοιγμα μοιάζει μικρότερο απ' ό,τι στις φωτογραφίες. Αγγίζω την πέτρα. Χλιαρή από τον ήλιο. Τόσος δρόμος, τόση προσμονή για μια τρύπα σ' έναν βράχο. Κι όμως διστάζω. Kλείνω τα μάτια και περνάω. Νιώθω λίγο πιο ανάλαφρος, λες και άφησα κάτι πίσω μου. Ίσως αυτή η άτυπη προσωπική τελετουργία να είχε κάποιο νόημα.
Στην επιστροφή κοιτούσα την παραλία μέχρι που χάθηκε. Την αποχαιρέτησα σαν παλιό φίλο.
Θα τα ξαναπούμε.
Δια ζώσης, σε κάποιο όνειρο, στο χαρτί.
Τελευταία νύχτα. Ήπια λίγο παραπάνω. Ξάπλωσα ζαλισμένος.
Θα επιστρέψω σε αυτό το νησί.
Την επόμενη μέρα νύσταζα σε όλη τη διαδρομή. Έφτασα στο σπίτι, έκανα ένα μπάνιο και βούλιαξα στο κρεβάτι.
Η εβδομάδα που ακολούθησε ήταν υπό την επήρεια της Σκιάθου. Το ξόρκι της κρατούσε ακόμη. Άμβλυνε το κεντρί της καθημερινότητας.
Στην οθόνη του laptop, οι φωτογραφίες της πύλης. Μία από αυτές έχει κρατήσει κάτι από το άρωμα εκείνης της ημέρας. Τη μετατρέπω σε ασπρόμαυρη.
Θα την τυπώσω.
Θα είναι το φυλακτό μου για τον επόμενο χειμώνα.
Αλεξίλυπο.

.png)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου